Για το δικαίωμά μας να βαδίζουμε ελεύθερες: Σχόλιο με αφορμή την παρέμβαση στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 2019

Για το δικαίωμά μας να βαδίζουμε ελεύθερες: Σχόλιο με αφορμή την παρέμβαση στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 2019

Αλίκη Θεοδοσίου & Μελίνα Καλφαντή

τεύχος 3

On our right to walk free: A comment on the intervention in the student parade on October 28, 2019
by Aliki Theodosiou & Melina Kalfanti

Σύντομο χρονικό της παρέμβασης

Στις 28 Οκτωβρίου του 2019, ένα συμβάν τάραξε τη ροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην ελληνική επικράτεια. Αρκούσε το βάδισμα δέκα θηλυκοτήτων1, διάρκειας λίγων λεπτών, για να δημιουργηθεί μια ρωγμή στην κανονικότητα μιας εθνικά φορτισμένης ημέρας. Αυτό το βάδισμα ταξίδεψε γρήγορα διαδικτυακά, και για όσες από εμάς δεν βρισκόμασταν στη Νέα Φιλαδέλφεια για να παρακολουθήσουμε την καθιερωμένη παρέλαση –για όσες από εμάς δεν θα παρακολουθούσαμε την καθιερωμένη παρέλαση όπου κι αν βρισκόμασταν– η κυριαρχία του ιδιαίτερου νέου σε διάφορα μιντιακά περιβάλλοντα μας επέτρεψε να γίνουμε ετεροχρονισμένα θεατές του.

Στις οθόνες μας έφτασαν βίντεο βγαλμένα από παρόντες στη συγκεκριμένη παρέλαση. Ήταν η εικόνα δέκα θηλυκοτήτων που άρχισαν να «ξεκουρδίζονται, να βραχυκυκλώνουν», να βαδίζουν παράδοξα και να διαταράσσουν την ομοιομορφία του απόλυτα συγχρονισμένου, στρατιωτικά πειθαρχημένου βηματισμού. Με μέλη που κινούνταν ανεξέλεγκτα, σώματα που έκαναν σπασμούς, το θέαμα αυτό προκάλεσε αμηχανία και έκπληξη, τόση που τα εχθρικά αντανακλαστικά για το θράσος των υποκειμένων να μη σεβαστούν τα «ιερά και όσια» της ημέρας άργησαν να εκφραστούν, καθώς πολλοί από τους παρευρισκόμενους συνέχισαν να χειροκροτούν. Δύο ημέρες αργότερα, στις 30 του μήνα, η Εφημερίδα των Συντακτών δημοσίευσε το μανιφέστο που υπέγραφαν τα 10 «στρατιωτάκια» της υπο-κριτικής τέχνης (Διονέλλης, 2019) και έδωσε νόημα και πλαίσιο σε μια πράξη που για δύο μέρες είχε μείνει ανοιχτή σε ερμηνείες και παρερμηνείες. Το κείμενο περιγράφει το βάδισμα ως μια «επέμβαση εκτάκτου ανάγκης […] αλλά χωρίς την παραμικρή άσκηση βίας» (στο ίδιο). Τα δέκα στρατιωτάκια καλούν τις αναγνώστριες να σκεφτούν τις ιδέες που ενσαρκώνει ο θεσμός της παρέλασης, τη σχέση που (δεν) έχει «ο μιλιταρισμός με την ελευθερία» (στο ίδιο). Παραπέμποντας στους Monty Python και στην πρακτική του silly walk, δηλώνουν την απόστασή τους από το πατριωτικό αίσθημα που κυριαρχεί τη συγκεκριμένη, και όχι μόνο, ημέρα, καθώς βρίσκουν τις αναφορές τους έξω και από τις παραδόσεις της εγχώριας αριστεράς, όπως παρατηρεί ο Δημοσθένης Χριστόπουλος (2019).

Η επέμβαση αυτή αντιμετωπίστηκε, όπως οι ίδιες σημειώνουν, με περιέργεια, έκπληξη, αλλά και υποτίμηση. Αυτή την υποτίμηση, μεταξύ άλλων, επιβεβαιώνουν και οι δηλώσεις του δημάρχου Νέας Φιλαδέλφειας-Νέας Χαλκηδόνας Γιάννη Βούρου, χαρακτηρίζοντάς τες «γελοία υποκείμενα» και «αξιολύπητα νεαρά κορίτσια» και εκφράζοντας την πρόθεσή του να «ταυτοποιηθούν» (Βούρος, 2019). Η όξυνση των πατριωτικών, ή μάλλον εθνικιστικών αντιδράσεων, σε κανάλια και μέσα κοινωνικής δικτύωσης ίσως είχε να κάνει ακριβώς με το γεγονός πως άτομα νεαρής ηλικίας, και μάλιστα θηλυκότητες, κατάφεραν να διεκδικήσουν τον ζωτικό χώρο τους και να κάνουν μια δήλωση ενάντια στην κυρίαρχη κουλτούρα της ημέρας, και όλων των ημερών, χωρίς την παραμικρή χρήση βίας, με κάτι τόσο απλό, όπως το βάδισμα στον δρόμο.

Καθημερινές συνήθειες και αντιστάσεις

Τον Ιανουάριο του 2020, η χορογράφος Λενιώ Κακλέα παρουσίασε στην Αθήνα τη δουλειά της Πρακτική Εγκυκλοπαίδεια. Αποκλίσεις, η οποία περιλάμβανε μια παράσταση, μια σύντομη ταινία, ένα βιβλίο και ένα soundtrack. Αντικείμενο του εγχειρήματός της, που προέκυψε από τη συλλογή 600 συνεντεύξεων σε επτά ευρωπαϊκές πόλεις, ήταν οι ποικίλοι τρόποι εγγραφής του σώματος στην πόλη, μέσα από καθημερινές συνήθειες, πρακτικές και αποκλίσεις, όπως το φλερτ, ο καθημερινός περίπατος με τον σκύλο ή ένας αγώνας μποξ.

Αυτή η καταγραφή επιχείρησε να ανασύρει μια σειρά χειρονομιών από την επικράτεια του αυτονόητου, να τους δώσει σημασία και να παρατηρήσει πώς αυτές μας διαμορφώνουν, μας παράγουν ως έμφυλα και πολιτισμικά προσδιορισμένα σώματα, πώς εντέλει συμβάλλουν στον καθορισμό του τι είναι επιτρεπτό, διανοητό και επιθυμητό στον δημόσιο χώρο. Όπως η ίδια η χορογράφος δήλωσε σε συνέντευξη της: «Με ενδιέφερε να δω στον καιρό που ζούμε με πολύ γρήγορες κοινωνικές αλλαγές πώς χτίζουμε την ταυτότητά μας, πώς αλλάζουμε την καθημερινότητά μας, πώς αντιστεκόμαστε, πώς αποτυγχάνουμε να αντισταθούμε» (Δημητρακόπουλος, 2020). Η «εγκυκλοπαίδεια» της Κακλέα ήρθε να μας υπενθυμίσει τον τελετουργικό χαρακτήρα της καθημερινότητας, καθώς και το πώς μπορεί ξαφνικά μια πρακτική να γίνει δυσνόητη, δυσανάγνωστη, όταν βρεθεί πάνω σε μια σκηνή, δηλαδή εκτός του αναμενόμενου πλαισίου που τη φιλοξενεί και εν πολλοίς τη νοηματοδοτεί. Όταν αναταράσσεται το πλαίσιο, αλλά και όταν αποτυγχάνει η «ορθή» –δηλαδή η αναμενόμενη– επιτέλεση, οι πράξεις αυτές παύουν να περνούν απαρατήρητες και τα υποκείμενα καλούνται να διεκδικήσουν εκ νέου το δικαίωμά τους να υπάρχουν και να δρουν στον δημόσιο χώρο. Με λίγα λόγια, οι πρακτικές τους γίνονται, ξανά και πάλι, πολιτικές πρακτικές.

Το βάδισμα ως πολιτική πρακτική

Προσπαθώντας να εξηγήσουμε γιατί το έργο της Κακλέα μας έκανε να σκεφτούμε τα «ξεκούρδιστα στρατιωτάκια», θα επιχειρήσουμε μια ανάγνωση της παρέμβασης στην παρέλαση που αντιμετωπίζει το βάδισμα ως πολιτική πρακτική. Και ας σημειώσουμε πως η πολιτική διάσταση του βαδίσματος έχει να κάνει όχι μόνο με τις περιπτώσεις όπου η πρακτική δεν εκτελείται με τον αναμενόμενο τρόπο, αλλά και όταν τα υποκείμενα που την επιτελούν δεν είναι αναμενόμενα, δεν έχουν πάντοτε μια εξασφαλισμένη θέση στον δημόσιο χώρο. Η ανάγνωσή μας αυτή θα ενημερωθεί από τη δουλειά του Χοσέ Εστεμπάν Μουνιόζ [José Esteban Muñoz] (1999) για τις αποταυτίσεις και την επιτέλεση της πολιτικής, της Αθηνάς Αθανασίου για τις αντιμιλιταριστικές φεμινιστικές παρεμβάσεις (Athanasiou, 2010) και της Τζούντιθ Μπάτλερ [Judith Butler] (2015) για την πολιτική του δρόμου.

Το έργο του Μουνιόζ για την αποταύτιση προσφέρει ένα πλαίσιο για να κατανοήσουμε την παρέμβαση των θηλυκοτήτων και τον τρόπο που αυτή έγινε δεκτή από τα υποκείμενα που παρευρίσκονταν στο χώρο. Ο Μουνιόζ εξηγεί:

Η αποταύτιση είναι μια στρατηγική που δουλεύει επί και εναντίον της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αντί να υποκύπτει στις πιέσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας (ταύτιση, αφομοίωση) ή να προσπαθεί να δραπετεύσει από την αναπόδραστη σφαίρα της (αντιταύτιση, ουτοπισμός), αυτό το «να δουλεύει επί και εναντίον» είναι μια στρατηγική που προσπαθεί να αλλάξει μια πολιτισμική λογική από το εσωτερικό της, πάντα δουλεύοντας σκληρά για να θεσπίσει μια μόνιμη δομική αλλαγή, ενώ ταυτόχρονα δίνει αξία στη σημασία των τοπικών ή καθημερινών αγώνων για αντίσταση. (Muñoz, 1999, σελ. 11-12)

Η αμηχανία που φαίνεται να προκάλεσε η πρακτική των θηλυκοτήτων σε όσους παρακολουθούσαν την παρέλαση δείχνει, με τους όρους του Μουνιόζ, πως δεν αντιτάχθηκε απλώς στην κυρίαρχη ιδεολογία, διατηρώντας την ως σημείο αναφοράς και νοηματοδότησης –δεν ήταν δηλαδή αυτό που ο ίδιος ο στοχαστής ονομάζει «αντιταύτιση». Με τους όρους της κυρίαρχης ιδεολογίας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούμε να θεωρήσουμε πως εκπροσωπείται από τους θεατές της παρέλασης και τους «επισήμους», η πρακτική των συγκεκριμένων υποκειμένων δεν έβγαζε νόημα. Άλλωστε, αυτό εξηγεί και γιατί η παρέμβαση των θηλυκοτήτων χαρακτηρίστηκε από πολλούς βίαιη, παρόλο που δεν ασκήθηκε κανενός είδους βία. Η ενσώματη πρακτική που επιλέχθηκε, αντί για την ανάρτηση ενός κειμένου στο διαδίκτυο, για παράδειγμα, η ενοχλητική παρουσία των θηλυκοτήτων οι οποίες δεν θα έπρεπε να βρίσκονται εκεί, εκείνη τη στιγμή, με τον τρόπο που βρίσκονταν εκεί, είναι τα στοιχεία τα οποία οδήγησαν στην ενστικτώδη ερμηνεία της παρέμβασης ως βίας, ακριβώς επειδή ήταν μια παραβίαση ανεπιθύμητη, αδιανόητη σε ένα «πατροπαράδοτο» πλαίσιο. Κι όμως, ως σώματα ξεκούρδιστα, τα υποκείμενα αυτά δεν διεκδίκησαν τη θέση τους στον δημόσιο χώρο με όρους ισχύος. Δεν ήταν σώματα στιβαρά, ευθυγραμμισμένα, με αιτήματα ξεκάθαρα αρθρωμένα. Η σιωπή τους, σε συνδυασμό με τον τρόπο που έφεραν τα σώματά τους στον δημόσιο χώρο, σε μια θεσμική εκδήλωση, δεν ιδιοποιήθηκε παραδεδομένους, συχνά αρρενωπούς τρόπους αντίστασης, ούτε ήταν η ίδια ιδιοποιήσιμη, επιτρέποντάς μας έτσι να κάνουμε λόγο για μια πρακτική αποταύτισης.

Αυτήν τη διάσταση της σιωπηλής αντίστασης που δεν είναι ιδιοποιήσιμη εντοπίζει η Αθηνά Αθανασίου (Athanasiou, 2010), συζητώντας πρακτικές που έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν φεμινιστικά κινήματα, φέροντας την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο ως αντιμιλιταριστική δήλωση, ως άρνηση να ταυτιστούν με εθνικιστικές ρητορικές. Ένα τέτοιο κίνημα είναι οι Γυναίκες με τα Μαύρα (WiB), το αντιμιλιταριστικό φεμινιστικό κίνημα στο οποίο επικεντρώνεται η Αθανασίου για τη δράση τους στην Παλαιστίνη και κυρίως τη δράση του σερβικού τμήματος, ŽuC, στη Σερβία. Η Αθανασίου παρατηρεί πως «στην καρδιά της πολιτικής της ŽuC βρίσκεται η σύνδεση μεταξύ φεμινισμού, αντιεθνικισμού και αντιπολεμικού ακτιβισμού» (στο ίδιο, σελ. 226), σύνδεση η οποία εντοπίζεται και στην παρέμβαση των θηλυκοτήτων στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου. Παραμένοντας σιωπηλές, δημιούργησαν κι αυτές «το λογοθετικό κενό» (στο ίδιο, σελ. 230) στην εθνική αφήγηση, που κατέστησε την παρέμβαση μη ιδιοποιήσιμη και υπογράμμισε τη δυναμική της. Όπως οι πρακτικές των ŽuC αποτελούν εναλλακτικές επιτελέσεις του πένθους εκτός κι εναντίον της εθνικιστικής αφήγησης, έτσι και η παρέμβαση της 28ης, παρά την αντιμιλιταριστική της δήλωση, έγινε αντιληπτή ως προσβολή του πένθους για τους πεσόντες του ’40. Τα σώματα των θηλυκοτήτων κατέλαβαν τον δημόσιο χώρο και προκάλεσαν τον θυμό των θεατών, αναδεικνύοντας, όπως διαπίστωσαν οι ίδιες, «τα όρια του πατριωτισμού τους» στην «πατρίδα των κανονικών, των προβλέψιμων, των άριστων».

Η σημασία της ενσώματης πρακτικής, ιδιαίτερα αυτής που επιτελείται από «άλλα» σώματα και με «άλλους» όρους, υπογραμμίζεται και από την Μπάτλερ (Butler, 2015). Κάνοντας λόγο για «επιτελεστική κατάληψη του δημόσιου χώρου», παρατηρεί ότι τα σώματα στον δρόμο αρθρώνουν, με την παρουσία τους και μόνο, την εναντίωσή τους στη νομιμότητα του κράτους και των θεσμών του, και μάλιστα «θέτουν την πρόκληση με ενσώματους όρους, το οποίο σημαίνει ότι, όταν το σώμα “μιλάει” πολιτικά, δεν είναι μόνο σε αρθρωμένη ή γραπτή γλώσσα» (στο ίδιο, σελ. 83). Αυτή η θέση της Μπάτλερ προτείνει την πολιτική επιτελεστική ισχύ που μπορεί να έχει μια πράξη η οποία σε άλλα συγκείμενα θεωρείται δεδομένη ή άνευ σημασίας. Το ξεκούρδιστο βάδισμα των θηλυκοτήτων, λοιπόν, αντιστέκεται και λειτουργεί ως αίτημα για τις δυνατότητες και τους τρόπους παρουσίας στον δημόσιο χώρο, καταλαμβάνοντάς τον σε μια στιγμή που δεν θα έπρεπε να βρίσκονται εκεί. Είναι ένα βάδισμα υποκειμένων που διεκδικούν να είναι «ελεύθερα και όχι γενναία», όπως τόσα άλλα υποκείμενα, τόσα άλλα σώματα έχουν επιθυμήσει και διεκδικήσει εντός φεμινιστικών αγώνων. Πρόκειται για μια ακόμα περίσταση που αναδεικνύει ότι η αντίσταση και η υπόσχεση της ελευθερίας μπορεί να κρύβονται στην επικράτεια του δεδομένου.

Έμφυλο σώμα και έθνος

Το ξεκούρδιστο βάδισμα των θηλυκότητων στην παρέλαση ήρθε να μας υπενθυμίσει τους καταναγκασμούς που επιβάλλει το έθνος, συχνά μέσω του κράτους, στα έμφυλα σώματά μας. Ήρθε να μας υπενθυμίσει πώς χλευαζόμαστε, αποκλειόμαστε ή τιμωρούμαστε, όταν δεν συμμορφωνόμαστε στις επιταγές του, όταν (διεκδικούμε να) είμαστε διαφορετικά. Από τις επικίνδυνες δηλώσεις της εκκλησίας κατά των εκτρώσεων, μέχρι τις γυναικοκτονίες και δολοφονίες υποκειμένων που για το κράτος περισσεύουν και πλήθος άλλων ζοφερών ειδήσεων που κατακλύζουν σχεδόν καθημερινά τις οθόνες μας, η παρέμβαση στην παρέλαση μας έκανε για λίγο να χαμογελάσουμε. Μέσω της παράδοξης, «ανεπιθύμητης» και απολύτως πολιτικής παρουσίας τους, τα υποκείμενα αυτά μας έδωσαν μια αφορμή να μιλήσουμε ξανά για το δικαίωμά μας να βαδίζουμε τραγουδώντας ή τρεκλίζοντας, αμήχανες ή θυμωμένες, ελεύθερες ακόμα κι όταν δεν είμαστε γενναίες.

Υποσημειώσεις

1 Επιλέγουμε τη χρήση του όρου «θηλυκότητες», αντί όρων όπως «γυναίκες» ή «κορίτσια», γιατί θέλουμε να κρατήσουμε αποστάσεις από μια ουσιοκρατική, «βιολογική» θεώρηση του φύλου. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια του κειμένου, αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η επιτελεστική διάσταση του φύλου, εν προκειμένω σε συνάρτηση με τους αναμενόμενους, δηλαδή αρρενωπούς, τρόπους πολιτικής παρουσίας στον δημόσιο χώρο, και το ρήγμα που δημιουργεί, όπως υποστηρίζουμε, η συγκεκριμένη παρέμβαση.

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

Βούρος, Γ. (2019, 29 Οκτωβρίου). Δυστυχώς τη χθεσινή μεγαλειώδη επέτειο της 28ης Οκτωβρίου στον Δήμο μας, της Ν. Φιλαδέλφειας- Ν. Χαλκηδόνας στιγμάτισε μια μικρή μερίδα γελοίων υποκειμένων. Facebook. https://www.facebook.com/giannis.vourosa/posts/10220487932646503 (προσπελάστηκε 15/3/2020).

Δημητρακόπουλος, Γ. (2020). Λενιώ Κακλέα, τι είναι το Practical encyclopedia, Détours. Athens Voice. https://www.athensvoice.gr/culture/theater/611556_lenio-kaklea-practical-encyclopedia-detours (προσπελάστηκε 15/3/2020).

Διονέλλης, Μ. (2019). Το «μανιφέστο» των 10 κοριτσιών της παρέλασης. Εφημερίδα των Συντακτών. https://www.efsyn.gr/ellada/koinonia/216810_manifesto-ton-10-koritsion-tis-parelasis (προσπελάστηκε 15/3/2020).

Χριστόπουλος, Δ. (2019). Ποιοι φοβούνται τα αστεία περπατήματα; Μια (κριτική) αποθέωση της viral δράσης στην Νέα Φιλαδέλφεια. ΣΚΡΑpunk. http://skra-punk.com/2019/11/06/poioi-fovoyntai-ta-asteia-perpatimata-mia-kritiki-apotheosi-tis-viral-drasis-stin-nea-filadelfeia/ (προσπελάστηκε 15/3/2020).

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία

Athanasiou, A. (2010). Undoing Language: Gender dissent and the disquiet of silence. Στο C. Canakis, V. Kantsa & K. Yannakopoulos (επιμ.), Language and Sexuality: (Τhrough and) Beyond Gender (σελ. 219-246). Νιούκασλ: Cambridge Scholars Publishing.

Βutler, J. (2015). Notes Toward a Performative Theory of Assembly. Κέιμπριτζ, Μασαχουσέτη· Λονδίνο, Αγγλία: Harvard University Press.

Muñoz, J. E. (1999). Disidentifications. Queers of Color and the Performance of Politics. Μινεάπολη: Minnesota University Press.

Βιογραφικά

Η Αλίκη Θεοδοσίου είναι διδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές γλωσσολογίας (Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου) και φύλου (Πάντειο Πανεπιστήμιο). Ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντά της περιλαμβάνουν τη φεμινιστική και κουίρ θεωρία, καθώς και ζητήματα υποκειμενικότητας, λόγου, γραφής και σιωπής.

Η Μελίνα Καλφαντή είναι διδακτορική ερευνήτρια στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Είναι απόφοιτη του τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές φύλου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ασχολείται επαγγελματικά με τη μη τυπική μάθηση. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν στα πεδία της φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας και της ψηφιακής ανθρωπολογίας και περιλαμβάνουν ζητήματα υποκειμενοποίησης, τραύματος και πολιτικής.

Bios

Aliki Theodosiou is a doctoral student at the Department of History, Archaeology and Social Anthropology, University of Thessaly. She is a graduate of the Faculty of Philology, University of Athens, and holds Master’s Degrees in Linguistics (University of Edinburgh) and Gender Studies (Panteion University). She currently works as a translator. Her research interests include feminist and queer theory, as well as issues of subjectivity, discourse, writing and silence.

Melina Kalfanti is a doctoral student at the Department of History, Archaeology and Social Anthropology, University of Thessaly. She is a graduate of the Department of Communication, Media and Culture and holds a Master’s degree in Gender Studies, both from Panteion University. She currently works in non-formal education. Her research interests focus on the fields of feminist and queer theory and digital anthropology, and include topics of subjectivation, trauma and politics.