Οι πολιτικές καταβολές μιας άρνησης: Σχόλιο για τη μη αναθεώρηση του άρθρου 5 § 2 του Συντάγματος

Οι πολιτικές καταβολές μιας άρνησης: Σχόλιο για τη μη αναθεώρηση του άρθρου 5 § 2 του Συντάγματος

Αθηνά Παπαναγιώτου

τεύχος 3

The political background of a disavowal: Comments on the rejection of the article 5 § 2 constitutional amendment
by Athina Papanagiotou

Ένα σχόλιο αναφορικά με τη μη αναθεώρηση του άρθρου 5, παράγραφος 2 του Συντάγματος (άρθρο 5 § 2 Σ) από την τελευταία Αναθεωρητική Βουλή, θα μπορούσε να εκκινεί από την παραίνεση του πρώην Υπουργού Υγείας και βουλευτή Ανδρέα Λοβέρδου:

Ο πολιτικός λόγος περί δικαιωμάτων, περί ατομικών, πολιτικών, κοινωνικών, όταν αρθρώνεται στη Βουλή και ειδικώς στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος της Αναθεωρητικής Βουλής, ελέγχεται πολιτικά με κριτήριο τι ακριβώς έπραξε ως μέλος της κυβέρνησης εκείνος που τον αρθρώνει. Δηλαδή οι κυβερνητικές επιλογές και ο τρόπος διοίκησης φωτογραφίζουν τις πραγματικές περί δικαιωμάτων προθέσεις […]

Ανδρέας Λοβέρδος1

Θα μπορούσε δηλαδή να ιχνηλατήσει, μέσα από ενδεικτικά παραδείγματα, τη σχέση μεταξύ της στάσης που τήρησαν μέλη της Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, αναφορικά με την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 5 § 2 Σ, και των πολιτικών και θεσμικών πρακτικών, τις οποίες έχουν κατά καιρούς επιτελέσει. Μια τέτοια πρακτική διαθέτει το πλεονέκτημα της σύνδεσης πολιτικών θέσεων με τους ιστορικούς και φυσικούς φορείς τους καθώς και με τον ειδικό τρόπο με τον οποίο έχουν υπηρετήσει αυτές τις θέσεις, μέσα από θεσμικές επιλογές, στρατηγικές συμμαχίες και πολιτικές πορείες που συνδιαμορφώνουν το πλαίσιο εντός του οποίου διεξάγεται ο διάλογος. Επιπρόσθετα, δοκιμάζει την έννοια των ατομικών δικαιωμάτων ως ενός ιδιώματος που υπερβαίνει καταστατικές διακηρύξεις και ειδικές νομικές αξιώσεις και φαίνεται να αποτυπώνει, να θυμίζει, να επαναλαμβάνει και να υπόσχεται συγκεκριμένες πολιτικές. Προτείνω, συνεπώς, εδώ να διερευνήσουμε, ακολουθώντας με κάποιον τρόπο την παραίνεση του Ανδρέα Λοβέρδου, ποιος αρνήθηκε, τι και σε ποιον, θέτοντας παράλληλα και πλάγια τα ερωτήματα αναφορικά με το ατομικό δικαίωμα, το Σύνταγμα, το κανονιστικό περιεχόμενο και τις έννομες συνέπειές του.

Η πρόταση για την προσθήκη στο άρθρο 5 § 2 του Συντάγματος: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων […]» του «φύλου, ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού» ως επιπλέον λόγων διάκρισης ήρθε με το σκεπτικό της συμπλήρωσης μιας πορείας διεκδίκησης αναγνώρισης, διασφάλισης δικαιωμάτων και θεσμικά ασφαλούς χώρου για άτομα που δεν συμπεριλαμβάνονται στην ετεροκανονική νόρμα και βρίσκονται συστηματικά εκτεθειμένα στον σεξισμό. Νομοθετήματα όπως οι νόμοι για την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας, για το σύμφωνο συμβίωσης, για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, για την αναδοχή2 φαίνεται να «αξίωσαν» με την πιο πάνω πρόταση αναθεώρησης μια αυξημένης ισχύος, συνταγματική επικύρωση, την οποία τελικά και δεν έλαβαν. Η πρόταση αναθεώρησης κατατέθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίχθηκε από το ΚΚΕ και το ΚΙΝΑΛ, απορρίφθηκε από τη ΝΔ και την Ελληνική Λύση, ενώ το Μέρα25 ψήφισε «παρών».

Η συμπερίληψη των παραπάνω εξειδικεύσεων στο άρθρο 5 Σ αποτελεί έναν στρατηγικό στόχο για κάποια από τα υποκείμενα που τις ενσωματώνουν. Νομικές διεκδικήσεις όπως το δικαίωμα στην άμβλωση, η αναγνώριση της ομόφυλης συντροφικότητας και της μη ετεροκανονικής οικογένειας, η ισότητα στην εργασία και τις απολαβές της, η αξίωση θεσμικής προστασίας από την ενδοοικογενειακή βία αξιοποιούν συνήθως έναν συνδυασμό εθνικών και ευρωπαϊκών διατάξεων [άρθρα 3, 8, 12, και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)] που απαγορεύουν τις διακρίσεις και προστατεύουν την ελευθερία, την αξιοπρέπεια, την ανάπτυξη της προσωπικότητας και την οικογενειακή ζωή. Στις περισσότερες σχετικές υποθέσεις3 οι προσφυγές στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) επιμένουν στις ερμηνευτικές δυνατότητες των παραπάνω άρθρων της ΕΣΔΑ να αποτρέψουν διακρίσεις, σεξιστικές πρακτικές, βασανισμούς από κρατικούς λειτουργούς και να αξιώσουν έναν χώρο ισονομίας για όσες και όσους δεν είναι σις, ετεροφυλόφιλοι άντρες. Για παράδειγμα, η προσφυγή στο ΕΔΔΑ για τη διεκδίκηση ενός συμπεριληπτικού για τα ομόφυλα ζευγάρια συμφώνου συμβίωσης4 στην υπόθεση Vallianatos and others v. Greece αξιοποίησε επιτυχώς τις παραπάνω διατάξεις.

Η θεμελίωση της απαγόρευσης των διακρίσεων, στη βάση του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου διεκδικεί ταυτόχρονα με το αίτημα νομικών δικαιωμάτων και προνομίων, ένα είδος εγγραφής των περιθωριακών και αποκλεισμένων πολιτικών και ατομικών εμπειριών στο νομικό ιδίωμα. Αυτή η εγγραφή είναι σε θέση με τη σειρά της να υποσχεθεί θεσμική συμπερίληψη, διαφορετικές νομικές ερμηνείες, αναφορά σε ανταγωνιστικά κινήματα, έναν βαθμό κοινωνικής και πολιτικής διανοητότητας, αποφυσικοποίηση των έμφυλων ρόλων και του θεσμού της οικογένειας, λιγότερο τραυματικούς επιστημικούς και πολιτικούς λόγους. Τελικά, προτείνω πως η θεμελίωση της απαγόρευσης των διακρίσεων, στη βάση του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού και της ταυτότητας φύλου θα λειτουργούσε σαν ένα είδος «αντηχείου» ενός λόγου που αναδιατυπώνει τις κυρίαρχες σημασίες και προσλαμβάνουσες για το φύλο και τη σεξουαλικότητα.5 Προφανώς, αυτός δεν είναι ένας στρατηγικός στόχος τον οποίο αγνοούν όσοι και όσες κλήθηκαν να αποφασίσουν για την αναθεώρηση του άρθρου 5 Σ. Και εκείνο που σίγουρα δεν έχουν ξεχάσει είναι η ιστορία της σχέσης των ίδιων με αυτές τις εξειδικεύσεις.

Σύμφωνα με την επικρατούσα θέση της Αναθεωρητικής Βουλής η ειδική μνεία του φύλου, της ταυτότητας φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού αποτελεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, μια υπερφίαλη αναφορά, έναν πλεονασμό και μία άνευ πρακτικής αξίας ρητορεία, στον βαθμό που η διατύπωση του άρθρου 5 Σ –το οποίο, ωστόσο, διαβάστηκε συνήθως, και όχι τυχαία, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 Σ6– διασφαλίζει την οικουμενικότητα του δικαιώματος:

[…] ο θεμελιώδης καταστατικός χάρτης της χώρας δεν μπορεί να περιλαμβάνει κάθε περίπτωση ή υποπερίπτωση ή κατηγορία ή ειδική κατηγορία, διότι, σκεπάζει τους πάντες με το άρθρο που λέει ότι όλοι οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είναι ίσοι […] Το Σύνταγμα πρέπει να είναι πολύ ολίγων σελίδων και όχι αυτό το πράγμα κάθε φορά που αλλάζουμε Σύνταγμα να προσθέτουμε διάφορα […] Δεν είναι όλοι ίσοι; Δηλαδή, εάν κάποιος που ανήκει σε μια κοινότητα ή κάτι άλλο, πάει στην αστυνομία ή οπουδήποτε, δεν θα τον αντιμετωπίσουν ως Έλληνα πολίτη; […]

Σοφία Βούλτεψη7

Αυτό ωστόσο που συστηματικά και συνειδητά αποκρύπτεται από όσες και όσους βάσισαν την άρνηση τους στο επιχείρημα της οικουμενικότητας και της ανάγκης «δωρικών» συνταγματικών διατυπώσεων είναι όλες εκείνες οι περιπτώσεις κατάφορων παραβιάσεων των δικαιωμάτων τους τις οποίες βιώνουν τα υποκείμενα που δεν είναι σις, ετεροφυλόφιλοι άνδρες και για τις οποίες οι παραπάνω υποστηρικτές/ήκτριες της καθολικότητας φέρουν τεράστια, τουλάχιστον πολιτική ευθύνη. Ενδεικτικά, η Σοφία Βούλτεψη το 2015 αποχώρησε από τη διαδικασία ψήφισης του συμφώνου συμβίωσης, απορώντας γιατί άτομα του ίδιου φύλου που παρακολουθούσαν τις διαδικασίες της βουλής δεν συνελήφθησαν, καθώς εξέφραζαν δημόσια από τα θεωρεία την ερωτική τους οικειότητα.8 Παρόμοιες ενστάσεις δεν φαίνεται να διατυπώνονται στις περιπτώσεις που η ετεροκανονική οικογένεια συνοδεύει πολιτικούς, συνήθως άνδρες, σε θεσμικές συναντήσεις, διαδικασίες και ταξίδια. Στις περιπτώσεις αυτές συνήθως εξαίρεται η συντροφικότητα που εκφράζουν με την παρουσία τους οι οικείοι/ες του/της πολιτικού. Σύσσωμη η ελληνική δεξιά στάθηκε την ίδια περίοδο πρόθυμα και ομόθυμα στο πλευρό της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της ασύστολης και αποτρόπαιης επίθεσης της απέναντι στην ομοερωτικότητα και την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Η προσβολή των χρηστών ηθών, η οποία «επιτρέπει» σύμφωνα με το Σύνταγμα τον περιορισμό του δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5 § 1 Σ), έγινε η νομική βάση για την προσβολή του θεσμού του συμφώνου συμβίωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣΤΕ).9

Το κράτος το οποίο επικαλείται την οικουμενικότητα και καθολικότητα των ατομικών δικαιωμάτων είναι το ίδιο10 το οποίο, μέσω λειτουργών του, επιδίδεται συστηματικά σε σεξιστικές επιθέσεις εναντίον προσαχθέντων/είσων, βασανίζει ΑΜΕΑ, προπηλακίζει τρανς άτομα και ομόφυλα ζευγάρια,11 αδυνατεί να καλύψει τις υγειονομικές ανάγκες των τρανς ατόμων και χλευάζει την ανάγκη να αυτοπροσδιορίζονται στη βάση της ταυτότητας φύλου τους,12 επαναφέρει μεθοδικά το ζήτημα της άμβλωσης ως κρίσιμης παραμέτρου του δημογραφικού προβλήματος,13 αντιμετωπίζει τις γυναίκες ως μηχανές αναπαραγωγής προορισμένες για τον «οίκο» και η προτεραιότητα της κοινωνικής του ατζέντας είναι να δώσει κίνητρα για μια αφοσιωμένη επιτέλεση του ρόλου της μητέρας από τα γυναικεία σώματα (Athanasiou, 2006). Τα παραπάνω ενδεικτικά παραδείγματα αποδεικνύουν, υποστηρίζω, την επίκληση της οικουμενικότητας, ακριβώς από εκείνες και εκείνους που την υπονομεύουν συστηματικά. Εδώ η καθολικότητα του ατομικού δικαιώματος λειτουργεί ως ένας πρώτης τάξης μηχανισμός απαλοιφής από το ιδίωμα του νόμου «μη κανονικών» ενσώματων εμπειριών, οι οποίες «στην πράξη» αποκλείονται συστηματικά και βίαια από το πολιτικό σώμα, όταν δεν θεωρούνται αδιανόητες (Αθανασίου, 2012b).

Από την άλλη, η ρητή αναφορά του φύλου, της ταυτότητας φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού σε συνταγματικές διατάξεις θεμελιωτικές ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων αναφέρεται σε μια διαφορετική ιστορία διεκδικήσεων και αγώνων, αν και, την ίδια στιγμή, δεν καθιστά τον αποκλεισμό αδύνατο. Η κριτική θεωρία έχει συχνά εστιάσει στο παράδοξο που στοιχειώνει την κατασκευή της έννοιας του ανθρώπινου δικαιώματος: εκείνες/οι που είναι και παραμένουν οι περισσότερο ευάλωτες/οι είναι εκείνες/οι που περιγράφονται από τα καταστατικά κείμενα ως άξιες/οι προστασίας.14 Για αυτόν ακριβώς τον λόγο οι δικαιωματικές διακηρύξεις μπορούν ή δεν μπορούν, εξίσου, να υποστηριχθούν από τους πολιτικούς ενορχηστρωτές των παραβιάσεων τους. Για παράδειγμα, ο πρώην υπουργός Υγείας Ανδρέας Λοβέρδος (σε συνεργασία με τον τότε και τώρα υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη)15 συνέθεσαν και εκτέλεσαν το 2012 ένα από τα πλέον απίστευτα θανατοπολιτικά σχέδια της περιόδου της κρίσης: τη σύλληψη, υποχρεωτική εξέταση, διασυρμό, ηθική και τελικά φυσική εξόντωση οροθετικών γυναικών, οι οποίες διαπομπεύτηκαν ως απειλή της δημόσιας υγείας, της «αγνής» (ετεροκανονικής) οικογένειας και τελικά του έθνους (Αθανασίου, 2012a, σελ. 28-39· Μάτσα, 2013). Ο Ανδρέας Λοβέρδος υποστήριξε την αναθεώρηση του άρθρου 5 Σ.

Από την άλλη, ο Ευάγγελος Βενιζέλος, υποστηρικτής της «κανονιστικής πληρότητας» της υπάρχουσας διατύπωσης του άρθρου 5 Σ χαρακτήρισε «συνθηματική» την επιδίωξη της προσθήκης του φύλου, της ταυτότητας φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού.16 Ο ίδιος έχει υποστηρίξει τη νομική δυνατότητα αναδοχής από ομόφυλους/ες συντρόφους, καθώς και το σύμφωνο συμβίωσης,17 ενώ είχε εκτιμήσει ως εύλογη τη στάθμιση συμφερόντων που έγινε στην υπόθεση των οροθετικών –«εκδιδόμενων», σύμφωνα με τις αρχές,– γυναικών, με τη δημοσιοποίηση των στοιχείων και των φωτογραφιών τους: «υπάρχει υπέρτερο αγαθό το οποίο θίγεται, αγαθό δημόσιας υγείας [..] υπάρχει κίνδυνος να έχουν μολυνθεί εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνθρωποι, είσαι υποχρεωμένος να τους προτρέψεις να πάνε να κάνουν μια εξέταση».18

Πώς στεκόμαστε συνεπώς απέναντι σε αυτές τις παραδοξότητες; Απέναντι δηλαδή στο γεγονός πως οι συνταγματικές διατάξεις, τα θεσμικά κατοχυρωμένα δικαιώματα, τα αναπαλλοτρίωτα ατομικά δικαιώματα είναι τελικά απαλλοτριώσιμα; Και άρα ποια είναι η σημασία της άρνησης συμπερίληψης των ενσώματων εμπειριών μας, των έμφυλων ταυτοτήτων και χαρακτηριστικών μας από το Σύνταγμα της Ελλάδας, ένα κείμενο που μπορεί, τόσο εύκολα, να μας εγκαταλείψει όταν δεν μας αποκλείει; Προτείνω πως τελικά η πρόσφατη Αναθεωρητική Βουλή αρνήθηκε ρητά να συμπεριλάβει στο καταστατικό νομικό κείμενο της χώρας την πολιτική ιστορία των αγώνων ενάντια στο σεξισμό, την πατριαρχία την κουλτούρα του βιασμού, την ετεροκανονικότητα. Η μνεία του Συντάγματος στο φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου θα παρέπεμπε σε μια αγωνιστική ιστορία που δεν συνάδει με το φαντασιακό του ελληνικού έθνους κράτους και αναστατώνει αυτό που νομιμοποιείται να ειπωθεί.19 Τα σώματα που διεκδικούν διαφορετικούς ρόλους από αυτούς τους οποίους επιφυλάσσουν ουσιοκρατικές εννοιολογήσεις του φύλου ή επιλέγουν τρόπους σχετίζεσθαι και σεξουαλικές πρακτικές που δεν είναι ετεροκανονικές περισσεύουν –και αυτά– από τον ελληνικό εθνικό κορμό και άρα δεν μπορούν να μνημονευτούν (Athanasiou, 2017, σελ. 92-104) και μάλιστα ως τέτοια –και όχι ως αφομοιωμένες στον ρόλο που τους επιβάλλει το εθνικό αφήγημα υποστάσεις (Αθανασίου, 2012b).

Δεν είναι τυχαίο πως οι αρνούμενες/οι να αναθεωρήσουν το άρθρο 5 Σ επικαλούνται το άρθρο 4 § 2: «Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις». Ενώ δηλαδή η πρόταση αναθεώρησης αναφέρεται σε ένα άρθρο που αφορά όσους «βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια» οι αρνούμενοι να το αναθεωρήσουν παραπέμπουν στο 4 Σ, υπενθυμίζοντας πως, στο τέλος της μέρας, σε ένα έθνος κράτος το Σύνταγμα εγγυάται την ισότητα για τον εθνικό του κορμό και για τα σώματα που πειθαρχούν τις φαντασιώσεις για αυτόν: είναι λευκά, ελληνικά, ανδρικά ή μητρικά, ετεροσεξουαλικά, αναπαραγωγικά, αρτιμελή. Από την άλλη οι ιστορίες στις οποίες αναφέρεται το λεκτικό «χωρίς διάκριση φύλου, ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού» είναι «παράξενες» ιστορίες απείθαρχων σωμάτων, οι οποίες θα «επιμόλυναν» το νομικό ιδίωμα.

Τα ειδικά αιτήματα θεσμικής αναγνώρισης με τα οποία σχετίζεται στρατηγικά η συνταγματική συμπερίληψη (τεκνοθεσία, γάμος, κάλυψη υγειονομικών αναγκών, συμμετοχή στα σώματα ασφαλείας) δεν είναι καθόλου αμελητέα υπόθεση. Αντίθετα έχουν τεράστια υλική σημασία, αλλά και αφομοιωτική δυνατότητα, προστατευτική αξία όσο και μια «ανθρωπιστική», αποπολιτικοποιητική κατεύθυνση (Brown, 1995, σελ. 99-100· Butler, 2002· Butler & Athanasiou, 2013, σελ. 75-91), και άρα διανοίγουν ένα μεγάλο πεδίο συζήτησης και πολιτικών ανταγωνισμών που δεν είναι δυνατόν εδώ να εξεταστούν. Ωστόσο, το γράμμα του νόμου, και ιδιαίτερα το γράμμα μιας συνταγματικής διάταξης που στοχεύει στην αποτροπή των διακρίσεων χωρίς να εισάγει άλλες έννομες συνέπειες, διαθέτει, πέρα από το ειδικό κανονιστικό του περιεχόμενο, την ιδιότητα του λόγου που επαναλαμβάνεται –με αυτή την υπόσχεση άλλωστε θεσπίζεται (Derrida, 2015, σελ. 117-118) – αντηχεί και αναδιατυπώνει σημασίες (Butler, 2011, σελ. 70). Ενός λόγου που δεν μπορεί να είναι «καθαρά νομικός» αλλά «μεταδίδεται», ανασημασιοδοτεί και τροφοδοτεί το πεδίο των ευρύτερων πολιτικών σημασιών εντός της κοινωνίας. Εδώ με τον όρο «σημασία» δεν αναφέρομαι σε ένα λεξικογραφικό λήμμα, αλλά σε ενσώματες εμπειρίες, φαντασιώσεις, υλικές πραγματικότητες, ατομικές και συλλογικές επιθυμίες, πολιτικές κουλτούρες, ασυνείδητες και συνειδητές προδιαθέσεις, πολιτικά αντανακλαστικά. Άλλωστε είναι ακριβώς αυτό το πεδίο παραγωγής πολιτικής σημασίας που επιχειρεί ο νόμος τους κυρίαρχου έθνους κράτους να μονοπωλήσει και να εντατικοποιήσει προς την κατεύθυνση εκείνων των σημασιών που επιβεβαιώνουν το σώμα του ιδανικού πολίτη.

Στο πλαίσιο αυτής της αντήχησης/αναδιατύπωσης οι θέσεις όλων μας παραμένουν βέβαια ευάλωτες, στον βαθμό που αφενός τα ανθρώπινα δικαιώματα αποδεικνύουν πολύ συχνά την αλυσιτέλειά τους να προστατεύσουν ακριβώς εκείνες/ους που τα έχουν περισσότερο ανάγκη, αφετέρου γιατί οι σημασίες δεν είναι πότε εγγυημένες, πόσο μάλλον όταν ο λόγος που καλείται να συμπεριλάβει είναι ο ίδιος που (έχει) βίαια αποκλεί(σ)ει, αυτός του έθνους κράτους. Ωστόσο, το τίμημα να παραμένει κάποια και η ιστορία της εκτός του λόγου είναι πολύ σοβαρό, όπως και το να μονοπωλείται η κεντρική πολιτική σκηνή από τη σημασία του λευκού, σις, σθεναρού, στρέιτ, άντρα, ο οποίος επικαλείται την οικουμενικότητα των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Για αυτό τον λόγο, η απαλοιφή κάποιων υποκειμένων από το γράμμα του νόμου ή η σιωπή του για αυτά δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για να αποκλειστούν, να περιθωριοποιηθούν, να κακοποιηθούν, να παραμείνουν αθέατες οι δικές τους εμπειρίες και οι πολύπλευροι πολιτικοί τους αγώνες.

Αυτή την ιστορία αποκλεισμών και αυτές τις συλλογικές πολιτικές εμπειρίες απέρριψε η Αναθεωρητική Βουλή, επιχειρώντας όχι μόνο να τις αποκλείσει από το Σύνταγμα της Ελλάδας, αλλά επίσης να τις περιθωριοποιήσει στο πεδίο των πολιτικών σημασιών. Η ισχύουσα διατύπωση του Συντάγματος αφενός αρνείται να διατυπώσει ρητά τη δέσμευση του κράτους να απέχει από κάθε ενέργεια που συνιστά διάκριση στη βάση του φύλου, της ταυτότητας φύλου και του σεξουαλικού προσανατολισμού. Αφετέρου, και κατά την άποψη μου κυριότερα, εγκαταλείπει τα υποκείμενα που δεν υπάγονται στην πολιτική ταξινόμηση της «κανονικότητας» εκτεθειμένα στην οικονομία του μίσους20 και του αποκλεισμού, αρνούμενη να προσδώσει πολιτική αξία σε χαρακτηριστικά και επιλογές τους που τα καθιστούν ευάλωτα και πολιτική σημασία στην ιστορία και τους αγώνες τους. Ωστόσο, η σημασία δεν είναι ένα πεδίο απολύτως ιδιοποιήσιμο από την εξουσία (εδώ τη νομοθετική). Και αν η τελευταία υπόσχεται μια ιστορία που αναφέρεται στην ετεροκανονικότητα και την πατριαρχία, αξιολογώντας κάποια υποκείμενα και τις εμπειρίες τους ως «αντίθετα στα χρηστά ήθη», υπάρχουν και εκείνοι οι έκκεντροι λόγοι, τα ανταγωνιστικά κινήματα και οι αντιστάσεις που επιτελούν άλλες ιστορίες.

Υποσημειώσεις

1 Το απόσπασμα προέρχεται από την εισήγηση του Ανδρέα Λοβέρδου στην επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος (Θ’ Αναθεωρητική Βουλή, Περίοδος ΙΗ’, Σύνοδος Α’). Βλ. Έκθεση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, σελ. 124. Διαθέσιμη και στο: https://www.hellenicparliament.gr/el/syntagmatikianatheorisi.

2 Πρόκειται για τους ν. 4285/2014, ν. 3500/2006, ν. 4356/2015, ν. 4491/2017 και ν. 4538/2018 αντίστοιχα.

3 Ενδεικτικά παραδείγματα σχετικών υποθέσεων που έχουν απασχολήσει το ΕΔΔΑ είναι οι Schalk and Kopf v. Austria και Oliari and others v. Italy αναφορικά με το δικαίωμα αναγνώρισης της ομόφυλης συντροφικότητας, οι M.G. v. Turkey και η Talpis v. Italy αναφορικά με την κρατική υποχρέωση αποτελεσματικού θεσμικού μηχανισμού για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, η A., B. and C. v. Ireland για το δικαίωμα σε ασφαλείς και προσβάσιμες υπηρεσίες άμβλωσης, οι Schlumpf v. Switzerland και Christine Goodwin v. The United Kingdom αναφορικά με το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού και πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας των τρανς ατόμων.

4 Ο πρώτος νόμος που θέσπιζε το σύμφωνο συμβίωσης στην ελληνική έννομη τάξη απέκλειε ρητά τα ομόφυλα ζευγάρια από το πεδίο εφαρμογής του (ν. 3719/2008).

5 Όπως παρατηρεί η Ειρήνη Αβραμοπούλου, η κατοχύρωση ενός δικαιώματος συμπεριλαμβάνει, μέσω μιας μετωνυμικής διαδικασίας, την επιθυμία της συμπερίληψης στην κοινότητα και τη ματαίωσή της λόγω της μερικότητας και της αδυναμίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να πραγματώσουν αποφασιστικά αυτήν την επιθυμία (DeGooyer, Hunt, Maxewell, & Moyn, 2019, σελ. 183-192).

6 «1.Oι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.» άρθρο 4 § 1 και 2 Σ.

7 Τοποθέτηση της Σοφίας Βούλτεψη στην Επιτροπή Ισότητας και Νεολαίας της Βουλής της 27/11/2019. Βλ διαθέσιμη μαγνητοσκόπηση στον ιστότοπο της Βουλής των Ελλήνων https://www.hellenicparliament.gr/Vouli-ton-Ellinon/ToKtirio/Fotografiko-Archeio/#0bbd11d0-345e-41ec-acdb-ab1300bdc9c7 στο 1.38.00-1.41.00.

8 https://www.youtube.com/watch?v=-B89Pjm93YQ στο 00.00-01.00.

9 Το 2016 τρεις Μητροπόλεις, οι μητροπολίτες αυτών, δικηγόροι, μοναχοί και πολίτες ξεκίνησαν δικαστικό αγώνα κατά του συμφώνου συμβίωσης του ν. 4356/2015 και ειδικότερα της συμπερίληψης της ομόφυλης συντροφικότητας, προσφεύγοντας κατά των αποφάσεων που ρύθμισαν τη διοικητική διαδικασία τήρησης των ληξιαρχικών εγγραφών. Υποστήριξαν πως η συμπερίληψη είναι αντισυνταγματική καθώς προσβάλλει τα χρηστά ήθη (άρθρο 5 § 1 Σ). Το ΣΤΕ απέρριψε την προσφυγή (ΣΤΕ 2003/20018 και ΣΤΕ 2004/2018).

10 Εδώ η διάκριση των εξουσιών ενισχύει το επιχείρημα της ευθύνης, στον βαθμό που ως οργανωτική αρχή του πολιτεύματος υπαγορεύει τον αμοιβαίο έλεγχο των διακριτών εξουσιών.

11 Ενδεικτικές οι περιγραφές των περιστατικών από διαφορετικά διαδικτυακά μέσα και τη Διεθνή Αμνηστία: https://www.902.gr/eidisi/koinonia/210364/kai-nea-kataggelia-gia-xegymnoma-kopelas-apo-astynomikoys; https://www.amnesty.gr/news/press/article/22808/i-diethnis-amnistia-gia-tin-astynomiki; https://www.efsyn.gr/node/224204; https://www.alfavita.gr/koinonia/308675_kataggelia-gia-aythaireti-symperifora-kai-transofobiki-epithesi-astynomikoy; https://punked.gr/ομοφοβική-επίθεση-στο-κέντρο-της-αθήν/.

12 Ο νυν πρωθυπουργός δήλωνε στη Βουλή, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κατά τη διαδικασία ψήφισης του νομοσχεδίου για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου: «Μπήκα στον κόπο να μιλήσω με έναν ειδικό. […]. Μου διηγήθηκε μια ιστορία για ένα παιδί που ζήτησε αλλαγή φύλου γιατί ανέβηκε στον Υμηττό και του το είπε ένας εξωγήινος». https://www.youtube.com/watch?v=ixBQKNl64Lc στο 01.00-01.30.

13 Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η ομιλία του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, στη Βουλή για το δημογραφικό https://www.youtube.com/watch?v=kUJi8K5aGGo.

14 Από αυτές τις παραδοξότητες εκκινεί συχνά η κριτική θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η κριτική πολιτική θεωρία διαπραγματευόμενη το ζήτημα των δικαιωμάτων και της πολιτικής συμπερίληψης (Agamben, 1996, 1998· Arendt, 2017· DeGooyer κ.ά., 2019· Douzinas, 2000).

15 Ο οποίος δήλωνε τότε μέσω του λογαριασμού του στα κοινωνικά δίκτυα: «Οι αντιδράσεις για την καταπάτηση των δικαιωμάτων των γυναικών αυτών είναι κατά τη γνώμη μου υπερβολικές. Διότι αγνοούν ότι εδώ υπάρχει σύγκρουση δύο δικαιωμάτων. Από τη μια πλευρά, του δικαιώματος στην προσωπικότητα της ιερόδουλης και, από την άλλη πλευρά, του υπέρτερου δικαιώματος στην προστασία της δημόσιας υγείας.». https://www.facebook.com/chrisochoidis/posts/10150770688587954.

16 https://www.youtube.com/watch?v=dIhF0Fab6dY στο 05.53-06.20.

17 https://www.evenizelos.gr/parliament/speechesintervention/418-speeches2018/5785-omilia-evaggelou-venizelou-stin-eidiki-monimi-epitropi-parakoloythisis-ton-apofaseon-tou-edda.html.

18 https://vimeo.com/41420075 στο 52.00-54.00.

19 Αυτό που «έπαθε» το γράμμα του ελληνικού Συντάγματος, μπροστά στο ενδεχόμενο να αναδιατυπωθεί, θα μπορούσε να ιδωθεί σαν τη σύγκρουση που υφίσταται ένα θεσμικό αρχείο απέναντι στο ενδεχόμενο να αναστατωθεί. Αυτή ακριβώς η «αναταραχή αρχείου» όπως την εννοιολογεί ο Δημήτρης Παπανικολάου φαίνεται να τρομοκράτησε τους/τις αρνούμενους/ες την αναθεώρηση (Παπανικολάου, 2015, σελ. 235-237).

20 Ενδιαφέρον θα είχε εδώ να σκεφτούμε τις συναισθηματικές οικονομίες, τις οποίες περιγράφει η SarahAhmed στο ομώνυμο δοκίμιο της (Άμεντ, 2018, σελ. 129-166) και τον ρόλο που επιτελεί ο νόμος στη δημιουργία «νόμιμων καναλιών» για την κυκλοφορία συναισθημάτων όπως το ομοφοβικό, μισογυνικό ή τρανσφοβικό μίσος.

Βιογραφικό

Η Αθηνά Παπαναγιώτου σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο φύλο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάζεται ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «ANTISOMATA. Αντιγόνες: Σώματα Αντίστασης στον Σύγχρονο Κόσμο». Η διδακτορική της έρευνα (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης – Birkbeck Law School), εστιάζοντας στην αναγνώριση της ομόφυλης συντροφικότητας, προβληματοποιεί την ερμηνευτική μεθοδολογία του δικαίου και μελετά τις κριτικές δυνατότητες της νομικής ερμηνείας, αξιοποιώντας τη θεωρία της ντεριντιανής αποδόμησης. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την κριτική νομική θεωρία, την πολιτική θεωρία, τη φεμινιστική και κουίρ θεωρία, τη σχεσιακότητα, τη βιοπολιτική.

Bio

Athina Papanagiotou has studied law in the University of Athens and holds an MA in gender studies from the Panteion University. She works as a postdoctoral researcher in the research project “ANTISOMATA. Antigones: Bodies of resistance in the contemporary world”. Her doctoral research (Democritus University and Birkbeck Law School) problematizes the traditional interpretative methodology of law and explores the critical potentialities of legal interpretation, deploying Derridean deconstruction and focusing on the recognition of same-sex partnership. Her main research interests lie at the intersections of critical legal theory, political theory, feminist and queer theory, relationality, biopolitics.