φεμινισμός, δημοκρατία και αυτοκρατορία: το ισλαμ και ο πόλεμος της τρομοκρατίας

Φεμινισμός, δημοκρατία και αυτοκρατορία: Το Ισλάμ και ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας

Σάμπα Μαχμούντ

τεύχος 2            κατεβάστε το pdf

Μετάφραση: Ουρανία Τσιάκαλου

Περίληψη: Ο ευρωπαϊκός φεμινισμός έχει παίξει σύνθετο ρόλο στη νομιμοποίηση και την επέκταση της αποικιοκρατικής κυριαρχίας σε ένα μεγάλο μέρος της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, έναν ρόλο που έχει καταγραφεί εκτενώς και εγείρει διαμάχες εδώ και καιρό. Σε πολλές από εμάς που μεγαλώσαμε με αυτή την κριτική παράδοση, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο παλαιότερος αποικιοκρατικός λόγος περί γυναικών αναβιώνεται σε νέα κειμενικά είδη της σύγχρονης φεμινιστικής λογοτεχνίας, στοχεύοντας ρητά στην αιτιολόγηση του αντιτρομοκρατικού πολέμου που έχουν εξαπολύσει οι ΗΠΑ ενάντια στον μουσουλμανικό κόσμο. Κάποιες φορές, φαίνεται μάταιο να ξεδιπλώνουμε ξανά και ξανά την κίβδηλη λογική που χρησιμοποιεί η δυτική αυτοκρατορική εξουσία για να αιτιολογήσει τη γεωπολιτική κυριαρχία της, παριστάνοντας την «απελευθερώτρια» των γηγενών γυναικών από τις ντόπιες πατριαρχικές κουλτούρες. Φαίνεται πως αυτό το ιδεολογικά αναγκαίο αλλά διανοητικά εξαντλητικό έργο δεν χρειάζεται πολλή φαντασία πέρα από την επανατοποθέτηση της κάθε αλήθειας που φέρει η παλαιότερη βιβλιογραφία σχετικά με την Αλγερία, την Αίγυπτο, την Ινδονησία και την Ινδία, η οποία έχει ξεγυμνώσει σε βάθος και με μεγάλη σχολαστικότητα τις εμπλεκόμενες ιστορίες του φεμινισμού και της αυτοκρατορίας.

Ο ευρωπαϊκός φεμινισμός έχει παίξει σύνθετο ρόλο στη νομιμοποίηση και την επέκταση της αποικιοκρατικής κυριαρχίας σε ένα μεγάλο μέρος της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, ένας ρόλος που έχει καταγραφεί εκτενώς και εγείρει διαμάχες εδώ και καιρό.1 Σε πολλές από εμάς που μεγαλώσαμε με αυτή την κριτική παράδοση, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο παλαιότερος αποικιοκρατικός λόγος περί γυναικών αναβιώνει σε νέα κειμενικά είδη της σύγχρονης φεμινιστικής λογοτεχνίας, στοχεύοντας ρητά στην αιτιολόγηση του αντιτρομοκρατικού πολέμου που έχουν εξαπολύσει οι ΗΠΑ ενάντια στον μουσουλμανικό κόσμο. Κάποιες φορές, φαίνεται μάταιο να ξεδιπλώνουμε ξανά και ξανά την κίβδηλη λογική που χρησιμοποιεί η δυτική αυτοκρατορική εξουσία για να αιτιολογήσει τη γεωπολιτική κυριαρχία της, παριστάνοντας την «απελευθερώτρια» των γηγενών γυναικών από τις ντόπιες πατριαρχικές κουλτούρες. Φαίνεται πως αυτό το ιδεολογικά αναγκαίο αλλά διανοητικά εξαντλητικό έργο δεν χρειάζεται πολλή φαντασία πέρα από την επανατοποθέτηση της κάθε αλήθειας που φέρει η παλαιότερη βιβλιογραφία σχετικά με την Αλγερία, την Αίγυπτο, την Ινδονησία και την Ινδία, η οποία έχει ξεγυμνώσει σε βάθος και με μεγάλη σχολαστικότητα τις εμπλεκόμενες ιστορίες του φεμινισμού και της αυτοκρατορίας.

Παρά την πνευματική εξάντληση που βιώνω μαζί με πολλές φίλες και συναδέλφους οι οποίες δουλεύουν στις αποικοκρατικές και μεταποικιοκρατικές σπουδές, θεωρώ πολύ σημαντικό να ασχοληθούν οι φεμινίστριες με την ιδιαιτερότητα αυτής της στιγμής της ευρωαμερικανικής κυριαρχίας απέναντι στον μουσουλμανικό κόσμο και το ιδιόμορφο χρέος της απέναντι σε κεντρικά σχήματα λόγου στο πλαίσιο του σύγχρονου φεμινιστικού λόγου. Παρόλο που ο μέσος Αμερικανός και ο μέσος Ευρωπαίος φαίνεται να έχουν χάσει τον ενθουσιασμό τους για τη στρατηγική της μονομερούς στρατοκρατίας των Bush και Blair (είτε πρόκειται για το Ιράκ, το Αφγανιστάν ή το Ιράν), συνεχίζουν να εμπιστεύονται την κρίση των πολιτικών και των σχολιαστών που υποστηρίζουν ότι οι μουσουλμανικές κοινωνίες έχουν μαγευτεί από την ιδεολογία του φονταμενταλισμού, τα χειρότερα θύματα του οποίου είναι οι γυναίκες που κατοικούν σε αυτές. Η άποψη αυτή συνεπάγεται και έναν κανονιστικό οραματισμό, σύμφωνα με τον οποίο η λύση έγκειται στην προώθηση της «δημοκρατίας» στον μουσουλμανικό κόσμο και των δυτικών αξιών της «κοινωνικής και της ατομικής ελευθερίας» μέσα από τη θρησκευτική και την πολιτισμική μεταρρύθμιση. Αυτό θεωρείται ότι θα διδάξει στους μουσουλμάνους πώς να απορρίψουν τις φονταμενταλιστικές τους τάσεις και να υιοθετήσουν πιο διαφωτισμένες εκδοχές του Ισλάμ. Αυτό που με απασχολεί κυρίως στο παρόν άρθρο είναι ο ρόλος που παίζουν τα σχήματα λόγου της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της έμφυλης ανισότητας στην ιστορία αυτή και η ευκολία με την οποία χρησιμοποιείται η κακομεταχείριση των γυναικών από το Ισλάμ ως διάγνωση και στρατηγικό σημείο παρέμβασης για την αναδιάρθρωση μεγάλων κομματιών του μουσουλμανικού πληθυσμού, ενδεχομένως και της ίδιας της θρησκείας. Με ποιους τρόπους εξυπηρετείται η τρέχουσα ευρωαμερικανική φιλοδοξία ανακατασκευής των μουσουλμάνων και του Ισλάμ από τα σχήματα λόγου της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της έμφυλης ισότητας –καταστατικά στοιχεία διάφορων παραδόσεων της φεμινιστικής σκέψης;2 Τι συσκοτίζει η εν λόγω επικάλυψη και τι μορφές βίας γίνονται ανεκτές;

Είναι σημαντικό να δηλώσω εξαρχής ότι στόχος μου δεν είναι τόσο να δείξω πώς εξυπηρετείται το εγχείρημα της αυτοκρατορίας από τον σφετερισμό των λόγων του φεμινισμού και της δημοκρατίας. Ένα τέτοιο επιχείρημα θα έπαιρνε σαν δεδομένο ότι η δημοκρατία και ο φεμινισμός δεν έχουν καμία σχέση με το χτίσιμο της αυτοκρατορίας και ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη συνάφεια ανάμεσα σε πλευρές της φιλελεύθερης σκέψης και πρακτικής και το νεοσυντηρητικό φαντασιακό που πλαισιώνει τις πολιτικές του Λευκού Οίκου του Μπους. Αντιθέτως, στόχος μου είναι να ξεγυμνώσω ένα πεδίο κοινών παραδοχών που εντάσσονται στους φιλελεύθερους λόγους του φεμινισμού και της δημοκρατίας –και ιδιαίτερα την κανονιστική τους εκκοσμίκευση– οι οποίες παρουσιάζουν τον ευρωαμερικανικό πόλεμο ενάντια στους μουσουλμάνους όλου του κόσμου ως ευπρόσδεκτη, αν όχι ενδεδειγμένη πρακτική για ανθρώπους όλου του πολιτικού φάσματος. Παρόλο που το φιλόδοξο σχέδιο της διοίκησης των ΗΠΑ για την εγκαθίδρυση απόλυτης στρατιωτικής και οικονομικής κυριαρχίας στη Μέση Ανατολή έχει χάσει τον ζήλο του, όσο επικρατούν οι παραδοχές που συνδέουν τα εγχειρήματα της αυτοκρατορίας, του φιλελεύθερου φεμινισμού και της δημοκρατίας, η αυτοκρατορική παρόρμηση θα συνεχίζει να διαφθείρει την κρίση μας σε σχέση με το Ισλάμ και τη Μέση Ανατολή. Εάν οι φεμινίστριες δεν αναθεωρήσουν τη συνέργειά τους στο συγκεκριμένο εγχείρημα, κάτι το οποίο απαιτεί να θέσουμε τις πιο βαθιές παραδοχές και πεποιθήσεις μας σε κριτική αξιολόγηση, ο φεμινισμός, αντί για φορέας αιχμηρής κριτικής απέναντι στην ευρωαμερικανική θέληση για εξουσία, κινδυνεύει να γίνει το δεξί χέρι της αυτοκρατορίας στην εποχή μας.

Γηγενείς μαρτυρίες

Το εμπειρικό πεδίο από το οποίο θέλω να στοχαστώ αυτά τα ζητήματα είναι η πληθώρα πεζογραφημάτων μουσουλμάνων γυναικών που έχουν δημοσιευτεί πρόσφατα και έχουν γίνει ανάρπαστα, όπου οι ίδιες αφηγούνται το πόσο υπέφεραν στα χέρια των υποτιθέμενα ασύγκριτα μισογύνικων πρακτικών του Ισλάμ. Αν πάρετε μια οποιαδήποτε λίστα των μπεστ σέλερ στην Ευρώπη ή στη Βόρεια Αμερική, κατά πάσα πιθανότητα, τουλάχιστον ένα από αυτά τα αφηγήματα θα βρίσκεται ανάμεσα στα δημοφιλέστερα πεζογραφήματα της χρονιάς. Από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, το δημοφιλέστατο αυτό αυτοβιογραφικό κειμενικό είδος έχει παίξει κεντρικό ρόλο στη διασφάλιση της άποψης ότι η κακομεταχείριση των γυναικών από το Ισλάμ αποτελεί σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθολογίας που στοιχειώνει το Ισλάμ, και πιο συγκεκριμένα, της επιρρέπειάς του στη βία. Οι εκκλήσεις για μεταρρύθμιση στο Ισλάμ, οι οποίες τώρα προέρχονται από προοδευτικές, φιλελεύθερες, αλλά και συντηρητικές πλευρές, συνδέονται αναπόφευκτα με την καταπίεση των γυναικών. Το επιχείρημα είναι απλό και έχει ως εξής: Οι γυναίκες είναι τα πλέον αποκείμενα θύματα της ιδεολογίας του ισλαμικού φονταμενταλισμού. Η λύση έγκειται στην έλευση της «δημοκρατίας» στον μουσουλμανικό κόσμο, ένα εγχείρημα το οποίο δεν θα ωφελήσει μόνο τις γυναίκες αλλά και θα τις μετατρέψει σε κύριες πρωταγωνίστριές του. Στην εποχή της αυτοκρατορικής βεβαιότητας, φαίνεται πως η μοίρα των μουσουλμάνων γυναικών και η μοίρα της δημοκρατίας είναι αιωνίως συνυφασμένες μεταξύ τους.

Το αυτοβιογραφικό κειμενικό είδος που μαρτυρά τα πατριαρχικά δεινά του Ισλάμ, το οποίο και θα περιγράψω παρακάτω λεπτομερέστερα, είναι σημαντικό τόσο για τις ευρείες επιρροές που έχει δεχτεί από τα πιο παρωχημένα και καταστροφικά σχήματα λόγου του οριενταλισμού, με τα οποία αναπαρίσταται το Ισλάμ στη δυτική ιστορία, όσο και για την απροκάλυπτη προώθηση της δεξιάς συντηρητικής ατζέντας που σαρώνει την Ευρώπη και την Αμερική, ιδιαίτερα σε σχέση με το Ισλάμ. Πολλές από τις συγγραφείς αυτών των πεζογραφημάτων έχουν βραβευτεί από συντηρητικά πολιτικά κόμματα και δεξαμενές σκέψης ανά τον κόσμο, ενώ κάποιες από αυτές έχουν αναρριχηθεί σε θέσεις πολιτικής εξουσίας, χωρίς να έχουν πολλές δεξιότητες που να αιτιολογούν την υδραργυρική άνοδό τους, εκτός από την οξεία πολεμική τους κατά του Ισλάμ. Δεδομένης της δημοσιότητας που έχουν λάβει, οι συγγραφείς αυτού του είδους εκτελούν μια ημιεπίσημη λειτουργία σε διάφορα αμερικανικά και ευρωπαϊκά υπουργικά συμβούλια στις μέρες μας, δίνοντας μια φωνή νομιμοποίησης και κάποιες φορές καθοδηγώντας την πολιτισμική διαμάχη ανάμεσα «στο Ισλάμ και τη Δύση».

Όπως θα δούμε παρακάτω, ωστόσο, η δημοτικότητα των συγγραφέων αυτών δεν περιορίζεται στους συντηρητικούς υποστηρικτές τους, αλλά επεκτείνεται σε ένα φιλελεύθερο και προοδευτικό κοινό. Το έργο τους συχνά λαμβάνει θετικές κριτικές από φιλελεύθερους πολιτικούς σχολιαστές και κριτικούς της λογοτεχνίας, οι οποίοι παραβλέπουν την αδέξια γραφή τους, την έλλειψη φαντασίας και τις κραυγαλέες υπερβολές που χαρακτηρίζουν αυτό το είδος, κατατάσσοντάς τες στα πραγματικά προσόντα του: στην αλήθεια του ισλαμικού μισογυνισμού που παρουσιάζεται με αδιαμφισβήτητο και ηρωικό τρόπο. Οι συγγραφείς αυτές ανήκουν πλέον σε ένα είδος διεθνούς διανόησης (παιδιαρίζοντας με διασημότητες όπως ο Σαλμάν Ρουσντί, με τον οποίο παρομοιάζονται συχνά), εμπνέοντας τόσο το αντιμουσουλμανικό πάθος, όσο και αντιμουσουλμανικές τάσεις στο ενθουσιώδες κοινό τους. Η δημοτικότητα και η ιδεολογική ισχύς αυτής της λογοτεχνίας οφείλει πολλά στην ικανότητα της μουσουλμάνας γυναίκας συγγραφέως να ενσαρκώνει τη διπλή φιγούρα του μέλους και του θύματος μιας κοινωνίας, ένα κομβικό υποκείμενο των οριενταλιστικών αντιλήψεων για τις γυναίκες στις μουσουλμανικές κοινωνίες. Αυτά τα αυτοβιογραφικά έργα, ωστόσο, διαφέρουν από παλαιότερες αποικιοκρατικές αφηγήσεις, όπου ήταν οι Ευρωπαίοι που έμελλε να αποκαλύψουν τα βάσανα των γηγενών γυναικών, οι οποίες καταπιέζονταν από τις πρωτόγονες πρακτικές των αποικιοκρατούμενων πολιτισμών. Στην προκειμένη περίπτωση, η ίδια η «γηγενής γυναίκα» τροφοδοτεί την αιματηρή αυτή φαντασίωση, δίνοντας μια φωνή αυθεντικότητας στο παλιό αφήγημα που φαντάζει πιο εύηχο κι εύπεπτο στο φιλελεύθερο αυτί που ανταποκρίνεται στην κριτική της αποικιοκρατικής λογοτεχνίας.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η απήχηση που έχει αυτό το είδος βιογραφιών μουσουλμάνων γυναικών σε ένα εύρος φεμινιστριών, πολλές από τις οποίες αντιτίθενται στη νεο-συντηρητική ατζέντα που προωθεί ο τρέχων Λευκός Οίκος του Μπους. Αρκετές διάσημες φεμινίστριες κριτικοί έχουν στηρίξει αυτά τα βιβλία, ενώ ορισμένα από τα μπεστ σέλερ διδάσκονται ή διαβάζονται ευρέως σε προγράμματα γυναικείων σπουδών.3 Ενώ η γνήσια «φωνή της μουσουλμάνας γυναίκας» εξηγεί σε έναν βαθμό τη δημοτικότητα που έχουν κερδίσει αυτά τα βιβλία, αυτό που προκαλεί τόσο μεγάλο πάθος και θαυμασμό στο φεμινιστικό αναγνωστικό κοινό είναι το πολιτικό πρότυπο της χειραφέτησης. Αυτό που θέλω να προβληματοποιήσω στο παρόν άρθρο είναι ακριβώς αυτό το πρότυπο της χειραφέτησης, με την ανάλογη τοπογραφία της εκκοσμικευμένης πολιτικής και την επιθυμία για τις ελευθερίες του φιλελευθερισμού. Για να το κάνω αυτό, θα εστιάσω στα τυφλά σημεία και στις παραλείψεις που έχει παράξει τη δεδομένη ιστορική στιγμή ως προς τη σύμπραξη της αυτοκρατορίας και του φεμινισμού.

Στη συνέχεια, θα υποστηρίξω τρία ξεχωριστά αλλά αλληλένδετα επιχειρήματα. Αρχικά, στην ενότητα «Ο νεοσυντηρητισμός και οι γυναίκες που υποφέρουν», θα εξετάσω τη συμβιωτική σχέση που έχουν αναπτύξει οι συγγραφείς αυτού του είδους της γυναικείας μουσουλμανικής λογοτεχνίας με συντηρητικά πολιτικά κόμματα και δεξαμενές σκέψης στην Αμερική και στην Ευρώπη, μια σχέση που θα έπρεπε να αφοπλίσει την ενθουσιώδη υποδοχή που απολαμβάνουν τα βιβλία αυτά σε πολλούς φεμινιστικούς κύκλους. Στη συνέχεια, στην ενότητα «Επιλεκτικές παραλείψεις», θα αναλύσω τα συγκεκριμένα είδη παραλείψεων και ανακριβειών που χαρακτηρίζουν αυτά τα αυτοβιογραφικά αφηγήματα και έχουν βοηθήσει στη δόμηση μιας ουσιαστικής αντίθεσης ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και τη μουσουλμανική βαρβαρότητα (ή τον φονταμενταλισμό). Η αντίθεση αυτή αποτελεί ένα βήμα που είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση του κλασικού επιχειρήματος της αυτοκρατορίας, σύμφωνα με το οποίο το βάρος του διαφωτισμού και της απελευθέρωσης των μουσουλμάνων από τον μισογυνισμό των πολιτισμικών πρακτικών τους πέφτει στη «Δύση». Εντέλει, στην ενότητα «Γυναίκες, δημοκρατία και ελευθερία», θα εξετάσω σύγχρονα επιχειρήματα για την έλευση της δημοκρατίας στον μουσουλμανικό κόσμο και τον ρόλο που παίζει η φιγούρα της καταπιεσμένης μουσουλμάνας σ’ αυτές τις εκκλήσεις. Θα εστιάσω στην ιδιάζουσα και αναγωγιστική εννοιολόγηση της θρησκευτικότητας που διασφαλίζει αυτές τις εκκλήσεις και είναι ευρέως αποδεκτή από πολλές φεμινίστριες,4 αλλά πρέπει να της ασκηθεί κριτική για τις μορφές βίας που περιλαμβάνει και τη στενή οπτική έμφυλης χειραφέτησης που προτείνει. Στην ενότητα αυτή θα αναλύσω και τους τρόπους με τους οποίους ο φιλελεύθερος λόγος περί ελευθερίας, εγγενές χαρακτηριστικό αρκετών παραδόσεων της φεμινιστικής σκέψης, δεν μας αφήνει να δούμε την ισχύ που έχουν οι μη φιλελεύθερες μορφές θρησκευτικότητας στις ζωές πολλών γυναικών. Εάν οι φεμινίστριες θέλουν πράγματι να αποστασιοποιηθούν από την πολιτική της αυτοκρατορίας της εποχής μας, θα πρέπει οι συγκεκριμένες μορφές θρησκευτικότητας να γίνουν κατανοητές, σεβαστές και να αναλυθούν, αντί να περιφρονούνται και να απορρίπτονται ως εκφράσεις μιας ψευδούς συνείδησης.

Ένα από τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα αυτού του είδους γυναικείας μουσουλμανικής λογοτεχνίας είναι το Reading Lolita in Tehran της Αζάρ Ναφισί. Από όταν εκδόθηκε το 2003, το βιβλίο αυτό παρέμεινε στη λίστα των κορυφαίων πωλήσεων στη Νέα Υόρκη για πάνω από εκατόν δεκαεπτά εβδομάδες, μεταφράστηκε σε περισσότερες από τριάντα δύο γλώσσες, και έχει διακριθεί με εξέχοντα λογοτεχνικά βραβεία. Παρόλο που η γραφή της Ναφισί παρουσιάζει ορισμένες αισθητικές και λογοτεχνικές ποιότητες που την ξεχωρίζουν από τα έργα που αναλύω εδώ, το κοινό χαρακτηριστικό με τα υπόλοιπα συγγράμματα είναι ο συστηματικός αποκλεισμός πληροφοριών που θα μπορούσαν να περιπλέξουν την ιστορία της καταπίεσης των γυναικών στις μουσουλμανικές κοινωνίες. Όπως θα δείξω παρακάτω, η συγγραφέας είναι βαθιά συνδεδεμένη με προεξέχουσες νεοσυντηρητικές φιγούρες και δεξαμενές σκέψης, ενώ είναι γνωστό ότι έχει υποστηρίξει την ατζέντα του Μπους για την αλλαγή καθεστώτος. Παρά τα νεοσυντηρητικά διαπιστευτήρια που την περιβάλλουν, η προεξέχουσα φιλελεύθερη και προοδευτική διανόηση έχει προωθήσει και εκθειάσει τα απομνημονεύματα της Ναφισί, η οποία εκπροσωπείται από το πρακτορείο Steven Barclay, το οποίο διαχειρίζεται το έργο λαμπρών συγγραφέων όπως η Adrienne Rich, ο Michael Ondaatje, ο Frank Rich και ο Art Spiegelman.

Ένα άλλο βιβλίο που τυγχάνει ευρείας αναγνώρισης –παρ’ όλο που δεν χαίρει των ίδιων λογοτεχνικών αξιώσεων με το προηγούμενο– είναι το The Trouble with Islam: A Muslim’s Call for Reform in Her Faith της Ιρσάντ Μάντζι. Το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες, έχει κυκλοφορήσει σε πάνω από είκοσι τρεις χώρες, ενώ, κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της κυκλοφορίας του, παρέμεινε στη λίστα των κορυφαίων πωλήσεων του Καναδά για είκοσι εβδομάδες. Ο αιχμηρός λίβελος της Μάντζι ενάντια στους μουσουλμάνους τής εξασφάλισε μια επιφανή δημόσια εικόνα: εμφανίζεται τακτικά σε διάφορα τηλεοπτικά κανάλια (όπως το BBC, το CNN, το Fox News), τα άρθρα της δημοσιεύονται σε προεξέχουσες διεθνείς εφημερίδες (όπως οι New York Times, οι Times του Λονδίνου, η International Herald Tribune, η Sydney Morning Herald), ενώ δίνει διαλέξεις ως προσκεκλημένη των καλύτερων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, παρά το γεγονός ότι τα κείμενά της και οι ομιλίες της βρίθουν ιστορικών σφαλμάτων και σκόπιμων ανακριβειών για το Ισλάμ.5 Το νεοσυντηρητικό κατεστημένο υποστηρίζει και προωθεί τη Μάντζι εξίσου με τη Ναφισί (περισσότερες λεπτομέρειες παρακάτω).

Ένα τρίτο δείγμα αυτού του είδους, το Inside the Kingdom: My Life in Saudi Arabia της Κάρμεν μπιν Λάντεν, αφηγείται την έγγαμη ζωή της Κάρμεν με έναν από τους είκοσι πέντε αδερφούς του Οσάμα μπιν Λάντεν και τα χρόνια της κλειστοφοβικής (αλλά πλουσιοπάροχης) βαρεμάρας που έζησε στη Σαουδική Αραβία. Το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί σε τουλάχιστον δεκαέξι γλώσσες, τα μεταφραστικά δικαιώματά του έχουν πωληθεί σε πάνω από είκοσι εφτά χώρες, ενώ παρέμεινε στη λίστα των κορυφαίων πωλήσεων της Γαλλίας για μήνες μετά την πρώτη έκδοσή του, καθώς και στη λίστα των κορυφαίων πωλήσεων των New York Times την πρώτη χρονιά μετά την έκδοσή του.6

Στη Γαλλία, αρκετά βιβλία αυτού του είδους έλαβαν μεγάλη αναγνώριση την εποχή που περνούσε ο αμφιλεγόμενος νόμος για την απαγόρευση της μαντίλας (και άλλων «ευδιάκριτων» θρησκευτικών συμβόλων) στα δημόσια σχολεία. Η Φαντέλα Αμάρα ηγήθηκε αυτών των εκδόσεων με το Ni Putes Ni Soumises, το οποίο διακρίθηκε με δύο προεξέχοντα λογοτεχνικά βραβεία (Le Prix du livre politique και Le prix des députés το 2004), οι πωλήσεις του ξεπέρασαν τις πενήντα χιλιάδες και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.7 Η συνέχεια του βιβλίου, Ni Putes Ni Soumises, Le Combat Continue, εξαντλήθηκε προτού κυκλοφορήσει. Ένα εξίσου δημοφιλές αφήγημα σε πρώτο πρόσωπο που επιβεβαιώνει τα βάρβαρα έθιμα του Ισλάμ είναι το Bas Les Voiles! της Ιρανής αντικαθεστωτικής Σαντόρ Τζαβάν. Το παράθεμα που εμφανίζεται στο περίβλημα του βιβλίου αποτελεί παράδειγμα της θέσης που συγκροτεί το λογοτεχνικό αυτό είδος: «Φορούσα μαντίλα για δέκα χρόνια. Ήταν μαντίλα ή θάνατος. Ξέρω για τι πράγμα μιλάω».

Η Αμάρα και η Τζαβάν παραχώρησαν τις προσωπικές τους μαρτυρίες ενάντια στη μαντίλα στην επιτροπή Stasi (ένα ερευνητικό σώμα που διόρισε η κυβέρνηση και πρότεινε την απαγόρευση), οι οποίες σύμφωνα με τις αναφορές συγκίνησαν τους προεδρεύοντες μέχρι δακρύων. Οι έντονα δραματικές δηλώσεις αυτών των γυναικών,8 οι οποίες και επιστρατεύτηκαν στην αναφορά της επιτροπής Stasi σαν «πειστήρια» για τον καταπιεστικό χαρακτήρα της μαντίλας, έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη διασφάλιση της γαλλικής κοινής γνώμης ενάντια στη μαντίλα και στη δημιουργία μιας κοινότητας που την ενώνει η αποστροφή για τα θρησκευτικά σύμβολα του Ισλάμ και τον μισογυνισμό που εκφράζουν. Εκτός από αυτά τα διακεκριμένα απομνημονεύματα, υπάρχουν αμέτρητες εκδόσεις αυτού του είδους στη Γαλλία, όπως το Vivre Libre της Loubna Meliane, το Brûlée Vive των Σουάντ και Marie-Thérèse Cuny, το Mariée de Force της Leila και το Dans L’Enfer des Tournantes της Samira Bellil.9

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ολλανδία, η Ισπανία, η Σουηδία και η Γερμανία, διεκδικούν τις δικές τους πρέσβειρες των καταπιεσμένων από την πατριαρχία του Ισλάμ. Σε ένα πλαίσιο όπου το «μουσουλμανικό πρόβλημα» έχει γίνει κεντρικό σημείο εστίασης στις διαμάχες για την ευρωπαϊκή ταυτότητα, εκπρόσωποι αυτού του είδους διαδραματίζουν έναν ανεπίσημο αλλά ουσιώδη ρόλο στην εθνική πολιτική κουλτούρα. Νομιμοποιούν και πιστοποιούν την αυθεντικότητα της ισλαμοφοβίας που μαστίζει την Ευρώπη στις μέρες μας, δίνοντας φωνή αξιοπιστίας στις χειρότερες προκαταλήψεις και στερεότυπα που έχουν εμφανιστεί στην Ευρώπη από την άνοδο του αντισημιτισμού τη δεκαετία του 1930. Το νέο αυτό μίσος για τον Άλλον προάγεται και αιτιολογείται στη βάση της κουλτούρας αντί της φυλής, ενώ στον απόηχό του ανασύρονται όλες εκείνες οι γνώριμες φράσεις, εικόνες και αναπαραστάσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί για την εξύβριση του διαφορετικού Άλλου και την ενοχοποίησή του για τα οικονομικά και πολιτισμικά προβλήματα της Ευρώπης.10 Αυτές οι αυθεντικές μουσουλμανικές φωνές έπαιξαν καίριο ρόλο στην κατοχύρωση της υποστήριξης για αρκετούς αντιμεταναστευτικούς νόμους που έχουν περάσει στην Ευρώπη και στοχοποιούν τα πιο φτωχά και ευάλωτα κομμάτια του πληθυσμού. Το έργο που επιτελούν αυτές οι θηλυκές «επικρίτριες του Ισλάμ» δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο. Οι υπηρεσίες τους, μάλιστα, έχουν αναγνωριστεί από τις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις της σύγχρονης Ευρώπης και της Αμερικής, οι οποίες έχουν απονείμει τις δέουσες τιμές στην εν λόγω ομάδα.

Ο νεοσυντηρητισμός και οι γυναίκες που υποφέρουν

Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την υδραργυρική άνοδο της Αγιάν Χίρσι Άλι στην ολλανδική πολιτική σκηνή. Η Χίρσι Άλι, μια γυναίκα Σομαλικής καταγωγής, δεν είχε καμία δημόσια εικόνα μέχρι που αποφάσισε να κεφαλαιοποιήσει το αντιμουσουλμανικό αίσθημα που μάστιζε την Ευρώπη μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Αφού κατέκρινε τους μουσουλμάνους για την πρωτόγνωρη βαρβαρότητα και τον μισογυνισμό τους, κέρδισε την εύνοια της δεξιάς βάζοντας στο στόχαστρο τις πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας και πολυπολιτισμικότητας της ολλανδικής κυβέρνησης, ισχυριζόμενη ότι οι τελευταίες προάγουν και υποστηρίζουν την κουλτούρα της ενδοοικογενειακής βίας που υποτίθεται ότι αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του Ισλάμ και των μουσουλμάνων. Μέσα από προσεκτικά σκηνοθετημένες δημόσιες δηλώσεις, η Χίρσι Άλι χαρακτήρισε τον προφήτη Μωάμεθ διεστραμμένο και τύραννο, υποστηρίζοντας ότι οι μουσουλμάνοι έχουν μείνει πίσω στη «διαφωτισμένη σκέψη, την ανεκτικότητα και τη γνώση γύρω από άλλες κουλτούρες» και ότι η ιστορία τους δεν έχει να παρουσιάσει ούτε ένα άτομο που να «έχει κάνει κάποια επιστημονική ή τεχνολογική ανακάλυψη ή να έχει αλλάξει τον κόσμο μέσα από την καλλιτεχνική έκφραση».11 Λίγο αργότερα, η Χίρσι Άλι απέκτησε τη δημοτικότητα μιας ροκ σταρ στο πλαίσιο της θρυλικής ανεκτικότητας της ολλανδικής κοινωνίας, και το Λαϊκό Κόμμα για την Ελευθερία και τη Δημοκρατία της δεξιάς τής έδωσε την ευκαιρία να γίνει μέλος της Βουλής, μια θέση που κέρδισε στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2003 χάρη στη δημοτικότητά της και παρά το γεγονός ότι διέθετε μηδαμινά έως και καθόλου προσόντα για μια τέτοια θέση.12

Το 2006, η ολλανδική υπηρεσία μετανάστευσης ανακάλυψε ότι η Χίρσι Άλι είχε πει ψέματα για να εξασφαλίσει την είσοδό της στην Ολλανδία και είχε επινοήσει το παρελθόν της, όπως και τα δεινά που τράβηξε εξαιτίας του καταναγκαστικού γάμου και της εκδικητικής οικογένειας στην οποία γεννήθηκε. Όταν απειλήθηκε με ανάκληση της ολλανδικής της υπηκοότητας, η Χίρσι Άλι παραιτήθηκε από την ολλανδική Βουλή και αμέσως τής προσφέρθηκε μια θέση στην περίβλεπτη δεξαμενή σκέψης της δεξιάς στην Ουάσινγκτον, το American Enterprise Institute. Το 2005, το περιοδικό Time την τίμησε ως έναν από τους «100 Επιδραστικότερους Ανθρώπους» του κόσμου (μαζί με τον Τζορτζ Μπους, στην κατηγορία «Ηγέτες»), και το Economist την παρουσιάζει έκτοτε ως πολιτισμική ιδεολόγο της νέας ολλανδικής δεξιάς (στην κατηγορία άρθρων «Ζώντας με το Ισλάμ»). Όπως ήταν αναμενόμενο, η Χίρσι Άλι το 2006 δημοσίευσε απομνημονεύματα με τίτλο The Caged Virgin: An Emancipation Proclamation for Women and Islam, έναν τίτλο που θυμίζει έντονα τη λογοτεχνία του δέκατου ενάτου αιώνα η οποία επικεντρωνόταν στις οριενταλιστικές φαντασιώσεις του χαρεμιού.13 Το βιβλίο τα πήγε αρκετά καλά, παρά το ότι η προσωπική ιστορία της Χίρσι Άλι για το πόσο υπέφερε από τα ισλαμικά έθιμα έχασε τη φερεγγυότητά της και το βιβλίο είναι γεμάτο με παράλογες δηλώσεις (όπως ότι «τα παιδιά [των μουσουλμάνων] μαθαίνουν από τις μητέρες τους ότι έχουν πολλά να κερδίσουν λέγοντας ψέματα. Υπάρχει μια διάχυτη δυσπιστία και κυριαρχεί το ψέμα» [σελ. 25-26]).14 Τα μεταφραστικά δικαιώματα του The Caged Virgin έχουν πωληθεί σε δεκαπέντε χώρες και ο Christopher Hitchens (2006), παλαίμαχος της «συντηρητικής αριστερής κριτικής», το θεωρεί «εξαιρετικό βιβλίο», ενώ τονίζει ότι:

[π]ρόκειται για μια συγγραφέα και πολιτικό που έχει καταφέρει μια μετάβαση από τον πρώιμο ισλαμικό φανατισμό (αρχικά υποστήριζε τη φάτουα εναντίον του Σάλμαν Ρούσντι) στην ολοκληρωτική αποδοχή και προάσπιση της εκκοσμίκευσης και των ιδανικών του Διαφωτισμού. Η Χίρσι Άλι κάνει έκκληση για μια πλουραλιστική δημοκρατία όπου προστατεύονται όλες οι απόψεις αλλά ο νόμος δεν επιτρέπει, στο όνομα μιας ψευδοανεκτικότητας, τον ακρωτηριασμό των γεννητικών οργάνων, τα εγκλήματα «τιμής» και τον καταναγκαστικό γάμο.

Παρόλο που η ενίσχυση του αντιμουσουλμανικού αισθήματος στην Ευρώπη και την Αμερική που ακολούθησε τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου ευθύνεται εν μέρει για την τεράστια δημοτικότητα που απέκτησαν οι εν λόγω προσωπικότητες, είναι σαφές ότι η επιτυχία τους θα ήταν αδιανόητη χωρίς την εντυπωσιακή υποστήριξη που έλαβαν από τη συντηρητική πολιτική βιομηχανία της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Τα επιχειρήματα αυτών των συγγραφέων αποτελούν το σχεδιάγραμμα της νεοσυντηρητικής ατζέντας για την αλλαγή καθεστώτος στη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι συγγραφείς αναπαράγουν και ταυτόχρονα ενισχύουν τη νεοσυντηρητική ρητορική, με αποτέλεσμα να ξεθαρρεύουν και να ενδίδουν στην ανεξέλεγκτη μισαλλοδοξία, εκεί που ένας ιδεολογικός απολογητής της κυβέρνησης θα μπορούσε να διστάσει.15 Η Ιρσάντ Μάντζι αποτελεί ανάλογη περίπτωση. Το βιβλίο της Trouble with Islam ενισχύει με τρόπο συγκλονιστικό τις νεοσυντηρητικές πολιτικές και τα αντίστοιχα επιχειρήματα –πάντα με τη φωνή μιας φερόμενης ως μεταρρυθμίστριας μουσουλμάνας που κάνει την αυτοκριτική της και θέλει να φέρει τα χαμένα αδέρφια της στον ίσιο δρόμο. Ενώ το είδος αυτό χαρακτηρίζεται από προκλητικές υπερβολές, η Μάντζι απολαμβάνει ιδιαίτερα να χρησιμοποιεί μια γλώσσα που στοχεύει ξεκάθαρα στον τραυματισμό και την προσβολή των μουσουλμανικών ευαισθησιών. Το κείμενό της βρίθει προτάσεων που περιγράφουν τους μουσουλμάνους ως «εγκεφαλικά νεκρούς», «στενόμυαλους», «ανίκανους να σκεφτούν», «υποκριτές», «απεγνωσμένα φυλετικούς» και «επιρρεπείς στη θυματοποίηση» (σελ. 22, 30, 31). Στιγματίζει το Ισλάμ ως την πιο τυπολατρική, αυστηρή, μη ανεκτική, ολοκληρωτική, αντισημιτική, μισογύνικη και ομοφοβική θρησκεία του κόσμου και τα τελετουργικά της ως επιρρεπή στην καθιέρωση της «ασυλλόγιστης και παθολογικής υποταγής» στην εξουσία. Ο τρόπος με τον οποίο αποκηρύσσει το Ισλάμ και τους μουσουλμάνους η Μάντζι συνδυάζεται με τους γενναιόδωρους επαίνους που επιφυλάσσει για τη «Δύση», τον «χριστιανισμό», τον «ιουδαϊσμό» και το «Ισραήλ». Θεωρεί ότι το ιστορικό της Δύσης είναι μοναδικό στην ανθρώπινη ιστορία χάρη στην ανεκτικότητά της, την «αγάπη της για την ανακάλυψη», την «ανοιχτότητα σε νέες ιδέες» και ούτω καθεξής (σελ. 18, 20, 204-218).

Όπως και η Χίρσι Άλι, η Μάντζι υποστήριξε την εισβολή των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, συνεπώς και την καταστροφή του Λιβάνου από το Ισραήλ το καλοκαίρι του 2006 –και όλα αυτά στο όνομα της εκκαθάρισης του μουσουλμανικού κόσμου από τους «φανατικούς και τρομοκράτες ισλαμιστές» (2006). Στο βιβλίο της, η Μάντζι, εκθειάζει μανιχαϊστικά τους Ισραηλινούς ως πρότυπα αρετής, για την ικανότητά τους να κάνουν αυτοκριτική και να είναι ανεκτικοί, ενώ κατηγορεί τους Παλαιστίνιους ότι ζουν σε έναν κόσμο μομφής και θυματοποίησης.16 (Η ίδια φτάνει ακόμα και στο σημείο να υποστηρίζει ότι οι διακρίσεις του Ισραήλ ενάντια στους Άραβες πολίτες του αποτελεί μια μορφή «θετικής δράσης» [σελ. 112]). Τη Μάντζι έχουν προωθήσει φιλοϊσραηλινοί κύκλοι, το Ινστιτούτο Ερευνών για τα ΜΜΕ της Μέσης Ανατολής (MEMRI),17 καθώς και ο διαβόητος Daniel Pipes, ο οποίος εγκωμιάζει το βιβλίο της και έχει εμφανιστεί μαζί της σε ισραηλινές εκδηλώσεις για τη συγκέντρωση χρημάτων.18

Παρά την οικειότητα που έχει η Μάντζι με τις νεοσυντηρητικές διασημότητες και τις δεξαμενές σκέψης του Λικούντ, θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε το εύρος της δημόσιας παρουσίας της. Τα πολεμικά άρθρα που γράφει δημοσιεύονται σε προεξέχουσες διεθνείς εφημερίδες, και δίνει τακτικά διαλέξεις σε ένα μεγάλο εύρος φιλελεύθερων κολεγίων και πανεπιστημίων τέχνης, ενώ καλείται να σχολιάζει πολιτικά γεγονότα διεθνούς σημασίας σε μεγάλες τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές. Η ιστοσελίδα της ίδιας υποστηρίζει ότι το περιοδικό Ms. την αναφέρει ως «φεμινίστρια του εικοστού πρώτου αιώνα».19 Οι ανακρίβειες και οι σκόπιμες παραποιήσεις που εμπλουτίζουν τις δημοσιεύσεις και τις ομιλίες ήταν κάθε άλλο παρά εμπόδιο για τη δημοτικότητά της. Για την ακρίβεια, ισχύει το αντίθετο. Πολλές φορές, στις βιβλιοκριτικές που έχουν γραφτεί για το έργο της, παραβλέπονται τα πραγματολογικά λάθη και οι εριστικές υπεραπλουστεύσεις που το χαρακτηρίζουν.20 Ας πάρουμε για παράδειγμα τη βιβλιοκριτική που έγραψε ο Andrew Sullivan. Ο Σάλιβαν δημοσιεύει άρθρα γνώμης στους New York Times, ενώ υπήρξε και εκδότης της New Republic.21 Σε μια παλαιότερη βιβλιοκριτική που δημοσιεύτηκε στους Times, γράφει:

Το The Trouble with Islam είναι ένα αξιομνημόνευτο ντεμπούτο. Σίγουρα δεν είναι η πιο μελετημένη ή ακαδημαϊκή πραγματεία που έχει γραφτεί για την ιστορία ή τη θεολογία του Ισλάμ. Οι πειραματισμοί του με τη γεωπολιτική είναι επιπόλαιοι και κάπως αφελείς· η ρητορική του υπερβολή μοιάζει ορισμένες φορές σαν να προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή.[…]Το πνεύμα του, όμως, είναι αδιαμφισβήτητο και μάλιστα το περιμέναμε πολύ καιρό. Η ανάγνωσή του μοιάζει με αποκάλυψη. Η Μάντζι, Καναδή δημοσιογράφος και τηλεοπτική περσόνα, κάνει αυτό που πολλοί από εμάς λαχταρούσαμε να δούμε εδώ και καιρό: βάλλει εναντίον του φονταμενταλιστικού Ισλάμ για την ανοχή που έχει δείξει σε όλο αυτό το κακό μέσα του. Και το κάνει από μέσα (η έμφαση δική μου).

Η τελευταία διευκρίνιση λέει πολλά: η ταυτότητα της Μάντζι ως μουσουλμάνας δίνει ιδιαίτερη ισχύ στις οριενταλιστικές και ρατσιστικές απόψεις που παπαγαλίζει, αγγίζοντας ένα κοινό που δεν θα μπορούσαν να αγγίξουν ιδεολόγοι όπως ο Bernard Lewis και ο Ντάνιελ Πάιπς. Εκτός από τις βιτριολικές επιθέσεις κατά του Ισλάμ, αυτό που κάνει τη Μάντζι τόσο πολύτιμη για τον Σάλιβαν είναι το «σαφώς φιλελεύθερο ύφος της» –«ένας φιλελευθερισμός που», όπως γράφει ο ίδιος,

δεν επιχειρεί να καταργήσει την πίστη, αλλά να καθιερώσει μια νέα σχέση με αυτήν. Εάν επιβιώσουμε από τον σύγχρονο αυτό πόλεμο χωρίς αδιανόητες απώλειες, θα είναι επειδή αυτό το είδος φιλελευθερισμού δεν έχασε το κουράγιο του. Σκεφτείτε τη Μάντζι σαν νευρική απόληξη της Δύσης –σοκαριστική, ωμή, αλλά ευτυχώς ακόμα χαρμόσυνα ζωντανή.

Στη συνέχεια του άρθρου θα εστιάσω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο φιλελεύθερο φαντασιακό στο οποίο στηρίζεται αυτή η λογοτεχνία, τώρα όμως θέλω να επικεντρωθώ στον θεϊκό ρόλο που θεωρείται ότι μπορεί να παίξει το ίδιο φαντασιακό στον μουσουλμανικό κόσμο. Όχι μόνο θεωρείται ότι είναι προάγγελος ευτυχίας και ελέους για τους Ιρακινούς, ολόκληρη η χώρα των οποίων έχει καταστραφεί από τη στρατιωτική κατοχή των ΗΠΑ, αλλά υπόσχεται και να φέρει αρμονία στη σχέση κάθε μουσουλμάνου ή μουσουλμάνας με την πίστη τους. Ο φιλόδοξος στόχος αυτής της φιλελεύθερης ατζέντας είναι συγκλονιστικός από την άποψη ότι έχει τόσο πολιτικό, όσο και θρησκευτικό χαρακτήρα, και όπως θα εξηγήσω αργότερα, αυτός ο συγκεκριμένος συνδυασμός του θρησκευτικού και του πολιτικού στοιχείου είναι που διαχωρίζει τη δεδομένη στιγμή της αυτοκρατορίας από την παραδοσιακή προσπάθεια της Αμερικής να καθιερώσει τη γεωπολιτική ηγεμονία της στον μη δυτικό κόσμο.

Επιλεκτικές παραλείψεις

Στην ενότητα αυτή θα εστιάσω στο πώς οι παραλείψεις και οι ανακρίβειες, χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτών των αφηγημάτων, έχουν συμβάλει στη διασφάλιση της μονόπλευρης απεικόνισης του Ισλάμ, η οποία ταιριάζει απόλυτα με τη ρητορική της κατάκτησης και της μεταρρύθμισης που επικαλείται το σύγχρονο ευρωαμερικανικό συντηρητικό και νεοσυντηρητικό κατεστημένο. Για να εξηγήσω αυτό που θέλω να πω, θα χρησιμοποιήσω το περίφημο Reading Lolita in Tehran της Αζάρ Ναφισί. Δεδομένης της αναγνώρισης που έχει λάβει αυτό το βιβλίο, έχει ασκηθεί πλούσια κριτική στη γραφή της Ναφισί, τα επιχειρήματα της οποίας δεν σκοπεύω να αναπαράγω εδώ.22 Ο στόχος μου είναι πιο συγκεκριμένος: θέλω να εστιάσω στο πώς η περιγραφή που προσφέρει η Ναφισί για τις ζωές των γυναικών στο μεταεπαναστατικό Ιράν περιπλέκεται με μια σύντομη αναφορά στις πρόσφατες εξελίξεις στην ιρανική πολιτική, δίνοντας μια πολύ διαφορετική εικόνα. Αντί για την απλουστευτική εικόνα του «έμφυλου απαρτχάιντ», προκύπτει μια πιο ανάγλυφη αντίληψη για τις πολιτικές του μεταεπαναστατικού Ιράν, η οποία θα πρέπει να παρακινήσει τις φεμινίστριες της εκκοσμίκευσης να αναθεωρήσουν πολλές υποθέσεις που κάνουν για το Ισλάμ, την έμφυλη ανισότητα και την πολιτική χειραφέτηση.

Με τις λογοτεχνικές αξιώσεις του και την επίκληση των μεγάλων «δυτικών κλασικών», το Reading Lolita in Tehran της Ναφισί έρχεται σε αντίθεση με τα βιβλία της Μάντζι και της Χίρσι. Αυτό που το κάνει πιο ελκυστικό, μάλιστα, είναι το γεγονός ότι παίζει με το Lolita, το αριστούργημα του Ναμπόκοφ με έναν τρόπο που καθιστά το αφήγημα της Ναφισί θελκτικό προς τις ευαισθησίες που στέκονται κριτικά απέναντι στον έντονα καιροσκοπικό χαρακτήρα των άλλων κειμένων. Το Reading Lolita in Tehran είναι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση από την οπτική γωνία μιας Ιρανής καθηγήτριας αγγλικής φιλολογίας (της Ναφισί) η οποία, αφού παραιτήθηκε από τη θέση της σε ένα ιρανικό πανεπιστήμιο επειδή αγανάκτησε με τον θρησκευτικό έλεγχο του προγράμματος σπουδών, συγκέντρωσε κάποιες φοιτήτριές της στο σπίτι της για να τους διδάξει τους κλασσικούς συγγραφείς της δυτικής λογοτεχνίας. Η Ναφισί χρησιμοποιεί αυτές τις συναντήσεις για να αποκηρύξει τη θρησκευτική πολιτική κυριαρχία, αλλά και για να εκφράσει την ενστικτώδη απέχθειά της για τη σύγχρονη και την παλαιότερη ιρανική πολιτισμική ζωή. Περιγράφει μια αποχαυνωτική εικόνα της ζωής στο μεταεπαναστατικό Ιράν, χωρίς καμία ομορφιά, χωρίς χρώμα, έμπνευση, ποίηση, διάλογο, συζήτηση και πολιτική αντιπαράθεση. Μέσα σ’ αυτό το αποπνικτικό περιβάλλον, ο δυτικός λογοτεχνικός κανόνας είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να προσφέρει την ελπίδα της λύτρωσης με την ακατανίκητη δύναμή του να υποδαυλίζει την εξέγερση και την κριτική και την εγγενή δυνατότητά του να εγείρει τον κριτικό αναστοχασμό.

Παρά τις διαφορές που παρουσιάζει το ύφος της Ναφισί σε σχέση με συγγραφείς όπως η Χίρσι Άλι και η Μάντζι, το κεντρικό μήνυμα του απομνημονεύματός της δεν είναι και τόσο διαφορετικό: οι ισλαμικές κοινωνίες δεν έχουν ικανότητα σκέψης, αναστοχασμού και δημιουργικότητας, ενώ οι βίαιες τάσεις τους γίνονται ξεκάθαρες στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις γυναίκες. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου της, η Ναφισί, γενικεύοντας, ισχυρίζεται ότι το μόνο που ξέρουν να κάνουν οι Ιρανές φοιτήτριες και οι Ιρανοί φοιτητές είναι να κολακεύουν δουλοπρεπώς τους καθηγητές και τις καθηγήτριές τους, καθώς «από την πρώτη μέρα που πήγαν στο σχολείο, τους μάθαιναν να αποστηθίζουν. Τους μάθαιναν ότι η άποψή τους δεν είχε καμία αξία» (σελ. 220). Οι διατυπώσεις αυτού του είδους συνδυάζονται με άσκοπες δηλώσεις όπως ότι «είναι καθολικά αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι αυτό που πρέπει να θέλει κάθε μουσουλμάνος, είτε πλούσιος είτε φτωχός, είναι μια εννιάχρονη παρθένα για σύζυγο» (σελ. 257). Η απέχθεια της Ναφισί για τους Ιρανούς και τους μουσουλμάνους έρχεται σε έντονη αντίθεση με τον υπέρμετρο θαυμασμό της για τη Δύση: από τα πολιτισμικά της επιτεύγματα έως το φαγητό της, τη γλώσσα της, τη λογοτεχνία της, τις σοκολάτες και τις ταινίες της. Όπως έχει ήδη γίνει σαφές, το διπλό σχήμα της αποστροφής προς οτιδήποτε το μουσουλμανικό και της απόλυτης εξύψωσης κάθε δυτικού πράγματος αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό αυτού του είδους γραφής.

Έχοντας έστω και μια στοιχειώδη γνώση γύρω από το τι έχει συμβεί στο Ιράν τα τελευταία τριάντα χρόνια, αντιλαμβανόμαστε πως αυτή η απεικόνιση της ιρανικής ζωής βασίζεται σε ανελέητες παραλείψεις. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η ιρανική θρησκευτική εξουσία έχει έρθει αντιμέτωπη με πολύ μεγάλες προκλήσεις χάρη σε ένα τεράστιο μεταρρυθμιστικό κίνημα, στο οποίο έπαιξαν κρίσιμο ρόλο οι γυναίκες,23 καθώς και τα πανεπιστήμια, που κατείχαν κεντρική θέση σ’ αυτόν τον πολιτικό μετασχηματισμό. Αυτό, μάλιστα, συνάδει με τη μακρά ιρανική ιστορία των φοιτητικών κινημάτων που έχουν συμβάλει σχεδόν σε όλα τα σημαντικά κινήματα διαμαρτυρίας που εμφανίστηκαν στους νεωτερικούς χρόνους, συμπεριλαμβανόμενης της ανατροπής του Σάχη. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα επιτεύγματα των τριών τελευταίων δεκαετιών είναι η εγκαθίδρυση του φεμινιστικού τύπου και της κριτικής ερμηνευτικής των ιερών κειμένων, κάτι που είναι μοναδικό στον μουσουλμανικό κόσμο.24 Κατά την ίδια περίοδο για την οποία γράφει η Ναφισί τόσο υποτιμητικά, το Ιράν δημιούργησε μια κινηματογραφική παράδοση διεθνούς αναγνώρισης, η οποία ασκεί δριμεία κριτική σε διάφορες πλευρές της σύγχρονης ιρανικής κοινωνίας και συνθέτει έναν βαθύ αναστοχασμό για το υπαρξιακό νόημα της ίδιας της νεωτερικής ζωής. Όλα αυτά έγιναν με δυσκολία και μεγάλο κόστος από εκείνες και εκείνους που αγωνίστηκαν ενάντια στις ολοκληρωτικές δυνάμεις του θρησκευτικού κατεστημένου, το οποίο ηγείται του ιρανικού κρατικού μηχανισμού. Είναι, όμως, σημαντικό να σημειωθεί ότι η διαφωνία δεν προήλθε μόνο από τις εκκοσμικευμένες αριστερές και φιλελεύθερες πλευρές, αλλά και από τους ίδιους τους κληρικούς, πολλοί από τους οποίους αρχικά υποστήριξαν την επανάσταση, αλλά αργότερα άσκησαν πολύ έντονη κριτική στη διαφθορά του κατεστημένου και στον ολοκληρωτικό έλεγχο.25 Με άλλα λόγια, η κοινωνική και πολιτική κριτική έχει υπάρξει αναπόσπαστο κομμάτι της μεταεπαναστατικής ιρανικής ζωής.

Όλα αυτά, και ακόμα περισσότερα, διαγράφονται παντελώς από τον παγερό τρόπο με τον οποίο απεικονίζει το Ιράν η Ναφισί. Αντ’ αυτών, το αφήγημα αυτό αναπαράγει τις εικασίες του αναγνωστικού κοινού του, έχοντας πειστεί από τα κατορθώματα της ίδιας του της άγνοιας, ότι το Ιράν δεν είναι τίποτα άλλο από έναν τόπο θρησκευτικού ζήλου, μισογυνισμού και ολοκληρωτισμού. Από αυτή την άποψη, το Reading Lolita in Tehran ταιριάζει απόλυτα με το οριενταλιστικό παράδειγμα: αναπαράγει και επιβεβαιώνει τις εντυπώσεις του δυτικού κοινού του, και δεν αφήνει περιθώρια έκπληξης ή αμφισβήτησης σχετικά με ό,τι θεωρεί το κοινό αυτό ότι γνωρίζει ήδη για το Ιράν και την πλούσια πολιτισμική και πολιτική ιστορία του. Όπως και ο διάσημος πίνακας Γυναίκες του Αλγερίου του Delacroix, έτσι και το πεζογράφημα της Ναφισί διανθίζει την τοιχογραφία των αβάσιμων και προκατειλημμένων εντυπώσεων που φέρνει η παρατηρήτρια στην ανάγνωση του εν λόγω αντικειμένου.26 Δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε πώς θα τα είχε πάει το βιβλίο της Ναφισί αν είχε αιφνιδιάσει τις αναγνώστριές του με κοινωνικά δεδομένα που δεν χωράνε ακριβώς στη δομή των προσδοκιών τους, όπως το γεγονός ότι το ποσοστό των εγγράμματων γυναικών εκτινάχθηκε την περίοδο της ισλαμικής κυριαρχίας, από 35,5 % το 1976 σε 74,2% το 1996, ή ότι οι Ιρανές γυναίκες ξεπερνούν το 60% του φοιτητικού πληθυσμού της ανωτάτης εκπαίδευσης, ή ότι στο μεταεπαναστατικό Ιράν είχαν εκλεγεί στη Βουλή περισσότερες γυναίκες εκπρόσωποι από ότι στο Κογκρέσο των ΗΠΑ (Bahramitash, 2006, σελ. 235).27 Επιπλέον, το ποσοστό αύξησης του πληθυσμού μειώθηκε από 3,2% το 1980 σε 1,2% το 2001, ως συνέπεια μιας από τις πιο επιτυχημένες πρωτοβουλίες οικογενειακού προγραμματισμού και δημόσιας υγείας που έχουν οργανωθεί στην πρόσφατη ιστορία.28 Πώς να συμβιβάσουμε αυτές τις στατιστικές με την κυριαρχία των κληρικών του Ισλάμ, οι οποίοι –όπως γνωρίζουν οι Δυτικοί με απόλυτη βεβαιότητα– φυλακίζουν και κακοποιούν τις γυναίκες μέσα στα αιμομικτικά τους σπίτια; Εάν πράγματι οι Ιρανές έχουν καταφέρει να πετύχουν αυτήν την πολιτική και υλική χειραφέτηση μέσα στις συνθήκες της ισλαμικής κληρικής κυριαρχίας, τότε πώς αυτό περιπλέκει την απλουστευτική διάγνωση ότι η ισλαμική κυριαρχία είναι πάντοτε ήδη καταπιεστική για τις γυναίκες;

Το βιβλίο της Ναφισί είχε ήδη γίνει αρκετά δημοφιλές όταν το Ιράν παρουσιάστηκε ως κομμάτι του «άξονα του κακού» από τον Πρόεδρο Μπους και ανακοινώθηκαν τα νεοσυντηρητικά σχέδια επίθεσης.29 Είναι δύσκολο να μην διαβάσουμε τη Ναφισί ως συγγραφέα που παρέχει την πολιτισμική λογική για σχέδια αυτού του είδους, ειδικά αν λάβουμε υπόψη τα εγκώμια που της έχει πλέξει το νεοσυντηρητικό κατεστημένο. Ο Μπέρναρντ Λούις, οριενταλιστής ιδεολόγος της τρέχουσας αυτοκρατορικής περιπέτειας των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, αποκαλεί το απομνημόνευμα «αριστούργημα», ενώ το John Hopkins School of Advanced International Studies, όπου η φίλη της, Φουάντ Ατζάμι, διευθύνει το πρόγραμμα Μέσης Ανατολής, προσέφερε στη Ναφισί μια υψηλόβαθμη θέση. Το γεγονός ότι προτάθηκε στη Ναφισί μια τέτοια θέση, παρόλο που δεν είχε κανένα ουσιώδες ιστορικό δημοσιεύσεων ή αντίστοιχη θέση σε παρόμοιo ίδρυμα, καταδεικνύει τη σημασία των υπηρεσιών που έχει προσφέρει στους απογόνους της αυτοκρατορίας των ΗΠΑ.

Πέρα από την πολιτική στήριξη, η Ναφισί έχει προωθηθεί και ως πολιτισμικό είδωλο από εταιρείες που θέλουν να προβάλουν ένα πρόσωπο κοινωνικής υπευθυνότητας. Η κατασκευάστρια εταιρεία των πολυτελών αυτοκινήτων Audi, για παράδειγμα, προώθησε την Αζάρ Ναφισί (μαζί με διασημότητες όπως ο David Bowie και ο ηθοποιός William H. Macy) ως μέρος της καμπάνιας «Never Follow» της αμερικανικής Audi, στοχεύοντας στην πώληση της μάρκας σε εύπορους και μορφωμένους πιθανούς αγοραστές. Η Ναφισί έχει εμφανιστεί σε διαφημίσεις της Audi σε ετερόκλητα περιοδικά, όπως το Vanity Fair, το Wired, το Golf Digest, το New Yorker και το Vogue (βλ. Salamon, 2004). Εφόσον οι διαφημίσεις αυτοκινήτων δεν προωθούν μόνο αυτοκίνητα, αλλά και κοινωνικές ταυτότητες, η προώθηση της Ναφισί από την Audi δείχνει τον βαθμό στον οποίο η ειλικρινής ανησυχία για το καλό των μουσουλμάνων γυναικών στερείται κριτικού περιεχομένου και έχει περιοριστεί σε ένα εμπορευματοποιημένο σύμβολο της μόδας της αφρόκρεμας. Το εγχείρημα «Διάσωση των Μουσουλμάνων Γυναικών» θυμίζει την εποχή της καμπάνιας «Σώστε τη Φάλαινα»: Αν και η τελευταία μπορεί να συνέβαλε στην ευημερία του είδους που σκόπευε να προστατεύσει, φοβάμαι πως η πρώτη ενδέχεται να έχει καταστρέψει το ίδιο το αντικείμενο που προασπίζεται.

Το συμπέρασμα αυτό αντανακλά και την αξιολόγηση του Χαμίντ Νταμπασί στην ολέθρια κριτική που έγραψε για το Reading Lolita in Tehran. Πέρα από τον πολιτικό σκοπό που εξυπηρετεί το κείμενο, ο Νταμπασί ασκεί κριτική και στο εξώφυλλο για την «εμβληματική διάρρηξη» που κάνει. Το εξώφυλλο του βιβλίου δείχνει δυο νεαρές γυναίκες με μαντίλες που έχουν προσηλωθεί ενθουσιωδώς σε ένα κείμενο, το οποίο η αναγνώστρια υποθέτει ότι είναι η Lolita «στην Τεχεράνη». Ο Νταμπασί αποδεικνύει ότι πρόκειται για μια κομμένη εκδοχή μιας αυθεντικής φωτογραφίας που απεικόνιζε δυο νεαρές φοιτήτριες, οι οποίες διάβαζαν μια από τις κορυφαίες εφημερίδες της αντιπολίτευσης που είχε δημοσιεύσει ρεπορτάζ για την εκλογή του μεταρρυθμιστή υποψήφιου Χατάμι, η επιτυχία του οποίου είχε αποδοθεί από πολύ κόσμο στις ψήφους των γυναικών και της νεολαίας του Ιράν. Όπως υποστηρίζει ο Νταμπασί, λογοκρίνοντας τη φωτογραφία και απογυμνώνοντάς την από το ιστορικό της πλαίσιο, το βιβλίο απογυμνώνει αυτές τις νεαρές γυναίκες «από την ηθική τους ευφυΐα και τη συμμετοχή τους στις δημοκρατικές φιλοδοξίες της πατρίδας τους, ανάγοντάς τες σε ένα αποικιοκρατικό χαρέμι». Σύμφωνα με τον ίδιο, εφόσον το εξώφυλλο τοποθετεί τις έφηβες γυναίκες με μαντίλες στο πλαίσιο του περίφημου βιβλίου του Ναμπόκοφ για την παιδοφιλία, αναπαράγει μια παλιά οριενταλιστική φαντασίωση γύρω από τον αιμομικτικό χαρακτήρα της Ανατολής, η οποία είναι ταυτόχρονα απωθητική και δελεαστική στην ουσία της. Είναι δύσκολο να αποφύγουμε το συμπέρασμα ότι οι γυναίκες τα βάσανα των οποίων επιχειρεί η Ναφισί να περιγράψει πρέπει να καταστραφούν προσωπικά, τόσο στο επίπεδο της αφήγησης, όσο και σε αυτό της εικόνας, ούτως ώστε να γίνουν ξανά σεβαστές ως «φυλακισμένες παρθένες» της βίας του Ισλάμ. Το γεγονός ότι το βιβλίο της Ναφισί έχει εγκωμιαστεί από φεμινίστριες συγγραφείς όπως η Susan Sontag και η Margaret Atwood είναι ανησυχητικό, από την άποψη ότι ακόμα και οι συγγραφείς που ασκούν μαχητική κριτική στον συντηρητισμό που σαρώνει την Ευρώπη και την Αμερική αδυνατούν να δουν τις επικίνδυνες παραλείψεις που ενσαρκώνουν κείμενα όπως αυτό της Ναφισί, καθώς και τα ευρύτερα πολιτικά εγχειρήματα που εξυπηρετούν.30 Είναι σημαντικό να μάθουν οι φεμινίστριες συγγραφείς και οι κριτικοί του πολιτισμού να κάνουν πιο κριτικές αναγνώσεις αυτών των κειμένων, οι οποίες θα πρέπει να βασίζονται στην εξοικείωση με τις πολυπλοκότητες και τις αμφισημίες που χαρακτηρίζουν ακόμα και το περιφρονημένο ιρανικό κληρικό καθεστώς και τις πολιτικές της εναντίωσης που έχει γεννήσει.

Τι συμβαίνει όμως με την κακοποίηση των γυναικών στο Ισλάμ;

Σ’ αυτό το σημείο, η αναγνώστρια ίσως ενίσταται, θεωρώντας ότι ενώ οι αφηγήσεις για το πόσο υποφέρουν οι μουσουλμάνες γυναίκες έχουν πράγματι χρησιμοποιηθεί καιροσκοπικά για το συμφέρον μιας πολιτικής ατζέντας, οι ισλαμικές κοινωνίες δεν έχουν να παρουσιάσουν κάποιο ιστορικό απαγόρευσης των μισογύνικων πρακτικών εναντίον των γυναικών, όπως τα «εγκλήματα τιμής», ο λιθοβολισμός γυναικών μέχρι θανάτου για τη διάπραξη μοιχείας, τα καταπιεστικά σεξουαλικά ήθη, ο έμφυλος διαχωρισμός και ούτω καθεξής. Πώς μπορεί κάποια που ενδιαφέρεται για την ευημερία των γυναικών να μην ασκεί κριτική και να μην καταδικάζει αυτές τις απερίγραπτες φρικαλεότητες; Επιχειρώντας να απαντήσω αυτό το ερώτημα, θα ξεκινήσω δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι αναγνωρίζω πλήρως το γεγονός ότι οι γυναίκες στις μουσουλμανικές κοινωνίες υποφέρουν από την άδικη μεταχείριση: υφίστανται δυσανάλογες διακρίσεις και βία· πολλά ισλαμικά διατάγματα και πρακτικές διαιωνίζουν την έμφυλη ανισότητα· πολύ συχνά οι γυναίκες κατηγορούνται για την καταπάτηση των υποτιθέμενων πρωτοκόλλων που ορίζουν τη σωστή έμφυλη συμπεριφορά. Ωστόσο, όποια φεμινίστρια ενδιαφέρεται για τη βελτίωση της μοίρας των μουσουλμάνων γυναικών, δεν πρέπει να ρίχνει πρώτο το χαρτί του κακοποιητικού Ισλάμ, αλλά να εκκινεί από τους όρους που καθορίζουν ποια βίαιη πράξη αξίζει τη διαμαρτυρία της, για ποιες γυναίκες γίνεται αυτή η διαμαρτυρία, υπό ποιες συνθήκες και με ποιο σκοπό.

Στο παρόν άρθρο, έχω εστιάσει στον τρόπο με τον οποίο κινητοποιούνται στις μέρες μας τα δεινά των μουσουλμάνων γυναικών μέσα σε ετερόκλητα επιχειρηματολογικά πλαίσια, με σκοπό την αιτιολόγηση των παρεμβάσεων και των πολιτικών εγχειρημάτων που έχουν μικρή ή και καμία σχέση με την ευημερία των εν λόγω γυναικών. Φοβάμαι πως αυτή η διττή επιστράτευση του κακοποιητικού Ισλάμ δεν μπορεί παρά να εντείνει τη βία που ασκείται στις μουσουλμάνες, αντί να τις προστατεύσει από αυτήν. Όπως έχει αποδειχθεί στην αποικιοκρατική και μεταποικιοκρατική ιστορία, οι προσπάθειες να επιβληθεί η «ελευθερία των γυναικών» από τα πάνω καταλήγουν συχνά σε θεαματικές κοινωνικοπολιτικές καταστροφές. Αυτό συνέβαινε στον Καύκασο επί σοβιετικής κυριαρχίας, στο Ιράν και στην Τουρκία επί της τυραννικής γηγενούς κυριαρχίας και στην Ινδία και την Αίγυπτο υπό την αιγίδα του αποικιοκρατικού νόμου.31 Το Αφγανιστάν είναι ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα, όπου για μια ακόμη φορά, τόσο οι φεμινίστριες, όσο και μη φεμινίστριες επευφημούσαν την εισβολή των ΗΠΑ για την απελευθέρωση των «μπουρκοφορεμένων» Αφγανών γυναικών από την κυριαρχία των Ταλιμπάν. Όπως φάνηκε μετά τον πόλεμο, εκείνοι που επωφελήθηκαν από την επακόλουθη συνθήκη ανομίας, χάους, κακοδιαχείρισης και υποσιτισμού δεν ήταν οι Αφγανές γυναίκες, αλλά οι πολέμαρχοι και οι έμποροι ναρκωτικών και όπλων.32

Θέλω τώρα να εμπλουτίσω τα επιχειρήματα αυτά, εστιάζοντας στο πολυσυζητημένο ζήτημα των «εγκλημάτων τιμής». Πρόκειται για μια πρακτική που έχει καταδικαστεί από πολλές πλευρές και έχει τραβήξει τη διεθνή προσοχή των μέσων ενημέρωσης, ακόμα και πριν τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, μετά τα οποία αναδείχθηκε δραματικότερα στη λογοτεχνία που αναλύω εδώ. Το «έγκλημα τιμής» αντιμετωπίζεται γενικά ως «ισλαμική πρακτική», όπου οι γυναίκες που θεωρούνται ύποπτες για παράνομη σεξουαλική συμπεριφορά δολοφονούνται από αρσενικά μέλη της οικογένειας. Η πρακτική αυτή θα μπορούσε να συγκριθεί με γυναικοκτονίες που διαπράττουν συχνά οι άντρες σε πολλές δυτικές κοινωνίες. Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα τις εξής συγκρίσιμες στατιστικές: πολλές αναφορές δείχνουν ότι στο Πακιστάν, μια χώρα 140 εκατομμυρίων κατοίκων, δολοφονούνται ετησίως σχεδόν 1.000 γυναίκες (το Πακιστάν, όπως και η Ιορδανία, παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά κρουσμάτων «εγκλημάτων τιμής»).33 Το Εγχείρημα για την Πρόληψη της Ενδοοικογενειακής Βίας [Family Violence Prevention Project], από την άλλη, αναφέρει ότι περίπου 1.500 γυναίκες δολοφονούνται κάθε χρόνο από τους συζύγους ή τους συντρόφους τους, δολοφονίες που χαρακτηρίζονται ως «εγκλήματα πάθους» στις ΗΠΑ, ο πληθυσμός των οποίων ανέρχεται στα 280 εκατομμύρια (στις ΗΠΑ, πάνω από τρεις γυναίκες δολοφονούνται καθημερινά από τους συντρόφους ή τους συζύγους τους).34 Παρά τον παραλληλισμό αυτών των στατιστικών, οι αναλύσεις των «εγκλημάτων τιμής» γίνονται πολύ σπάνια σε συγκριτικό πλαίσιο. Αντ’ αυτού, οι περισσότερες αναλύσεις παρουσιάζουν τα «εγκλήματα τιμής» ως σύμπτωμα της «ισλαμικής κουλτούρας» (αξίζει να σημειωθεί ο συνδυασμός θρησκείας και κουλτούρας στη συγκεκριμένη διατύπωση), ενώ οι γυναικοκτονίες που διαπράττονται από άντρες στις ΗΠΑ παρουσιάζονται είτε ως πράξεις ατομικής παθολογίας είτε ως υπερβολικό πάθος. Με τη λογική αυτή, η συμπεριφορά των Αμερικανών αντρών παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της ζήλιας (ενός «φυσικού» συναισθήματος) ενάντια στους σεξουαλικούς τους αντίζηλους (παρόλο που παρασέρνονται από την ισχύ της ζήλιας), ενώ οι μουσουλμάνοι άντρες θεωρείται ότι εξαναγκάζονται από την «κουλτούρα τους» να πραγματώνουν τυφλά και με παράλογο τρόπο τα μισογύνικα ήθη και έθιμά της. Με άλλα λόγια, εξασφαλίζεται έτσι η εξατομικευμένη ανάλυση της ενδοοικογενειακής βίας στη Δύση, σε αντιδιαστολή με μια ταυτολογική ανάλυση της «ισλαμικής κουλτούρας». Η παραδοχή αυτής της υπόθεσης συνεπάγεται ότι η κατάλληλη στρατηγική για την καταπολέμηση αυτής της μορφής βίας στη Δύση είναι ο μετασχηματισμός της ατομικής συμπεριφοράς, ενώ στις μουσουλμανικές κοινωνίες χρειάζεται μεταρρύθμιση, αν όχι εξάλειψη της «ισλαμικής κουλτούρας».35 Αυτή η πολεμική ανάλυση, με την πρόθεσή της να ποσοτικοποιήσει τον σεξισμό (η Δύση έχει λιγότερο σεξισμό· το Ισλάμ έχει περισσότερο), δεν καταφέρνει να αναγνωρίσει ότι και οι δύο μορφές βίας είναι εξίσου πολιτισμικές και έμφυλες, ενώ κάθε μία βασίζεται σε ξεχωριστές εκτιμήσεις της καθυπόταξης των γυναικών, της σεξουαλικότητας, των σχέσεων συγγένειας και διάφορων μορφών αντρικής βίας. Κάθε είδους αντίσταση σε αυτές τις διαφορετικές (αλλά συγκρίσιμες) πράξεις αντρικής βίας απαιτεί μια ακριβή και γειωμένη κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων και της πολιτισμικής γραμματικής που δίνουν νόημα και ουσία σε αυτού του είδους τις πράξεις.

Το επιχείρημά μου είναι αρκετά απλό και ξεκάθαρο: κανένα λογοθετικό αντικείμενο δεν έχει μια απλή σχέση με την πραγματικότητα που υποτίθεται ότι υποδηλώνει. Αντιθέτως, οι αναπαραστάσεις των δεδομένων, των αντικειμένων και των γεγονότων μεσολαβούνται βαθιά από τα πεδία εξουσίας στα οποία κυκλοφορούν και μέσα από τα οποία αποκτούν συγκεκριμένο σχήμα και μορφή. Συνεπώς, το σύγχρονο ενδιαφέρον για τις μουσουλμάνες γυναίκες συνδέεται με παράδοξο τρόπο και επηρεάζεται βαθιά από τον εκπολιτιστικό λόγο που πλαισιώνει τη συνάντηση της Ευρώπης και της Αμερικής με το Ισλάμ αυτή τη στιγμή. Οποιαδήποτε φεμινιστική συμβολή στον διασυρμό του Ισλάμ δεν εξυπηρετεί ούτε τις μουσουλμάνες, ούτε τον αγώνα για έμφυλη δικαιοσύνη. Αντιθέτως, επανεγγράφουν τον πολιτισμικό και εκπολιτιστικό διαχωρισμό που έχει χρησιμεύσει ως υπόβαθρο νεοσυντηρητικών αλλά και φιλελεύθερων πολιτικών αυτή την τραγική στιγμή της ιστορίας.

Η επιζήμια φύση της «κουλτούρας και της θρησκείας» ως επεξηγηματικό παράδειγμα για τις μισογύνικες και σεξιστικές πρακτικές έχει δεχθεί κριτική και έχει εκτεθεί από διάφορες φεμινίστριες της μεταποικιοκρατικής θεωρίας. Επιπλέον, η επανεμφάνιση αυτή τη στιγμή του εκπολιτιστικού πολέμου μεταξύ του «Ισλάμ και της Δύσης» αποτελεί προειδοποίηση για τη χρηστικότητά του, η οποία κάθε άλλο παρά έχει εξαντληθεί. Το έργο που έχει ανατεθεί στο σχήμα λόγου των «εγκλημάτων τιμής» στο φαντασιακό του απόηχου της 11ης Σεπτεμβρίου μπορεί να γίνει κατανοητό μέσα από μια σύντομη εξέταση της δραματικής ανόδου και πτώσης της Νόρμα Χούρι, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως γηγενής της Ιορδανίας και υπογράφει μια από τις πλέον εξωφρενικές αφηγήσεις που έχουν δημοσιευτεί τα τελευταία χρόνια για αυτό το ζήτημα, με τίτλο Forbidden Love: A Harrowing Story of Love and Revenge in Jordan.36 Το βιβλίο που πολλοί έχουν περιγράψει ως «ιστορία πένθους, πάθους και οργής» αποτελεί μαρτυρία της δολοφονίας μιας φίλης από τους συγγενείς της λόγω της ερωτικής σχέσης που διατηρούσε με έναν χριστιανό και της καταδίωξης της ίδιας της συγγραφέως σε έναν υποτιθέμενο «θηριώδη κώδικα συμπεριφοράς της ερήμου» (Mydans, 2003). Λίγο μετά την κυκλοφορία του, το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ στην κατηγορία των πεζογραφημάτων σε διάφορες χώρες, όπως η Αυστραλία, όπου δόθηκε άσυλο στη συγγραφέα για «καταδίωξη με βάση το φύλο».37 Η κλιμάκωση του μεσουρανήματος της Χούρι, ωστόσο, ανατράπηκε δραματικά όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε επινοήσει διάφορα σημεία της ιστορίας της, συμπεριλαμβανόμενου του ισχυρισμού ότι είχε ζήσει στην Ιορδανία και είχε βιώσει τη βία που περιέγραφε στο βιβλίο της και στις δημόσιες εμφανίσεις της με τόσο συγκινητικό τρόπο.38 Μάλιστα, αρκετό καιρό πριν δημοσιοποιηθούν αυτές οι αποκαλύψεις, η Εθνική Επιτροπή για τις Γυναίκες στην Ιορδανία (πρωτοπόρα οργάνωση για την καταπολέμηση της πρακτικής των «εγκλημάτων τιμής») είχε προειδοποιήσει τους εκδότες της Χούρι, Random House και Simon & Schuster, ότι το βιβλίο της περιείχε πάνω από εβδομήντα πραγματολογικά λάθη, οι εκδότες, όμως, αρνήθηκαν να διερευνήσουν τις προειδοποιήσεις αυτές, επιλέγοντας να «συμπαρασταθούν στη συγγραφέα τους» (Kremmer, 2004). Έπειτα από τους προβληματισμούς που εκφράστηκαν σχετικά με την έλλειψη επιτήρησης στον έλεγχο των εκδόσεων που αφορούν το Ισλάμ, ο διευθυντής των εκδόσεων HarperCollins παραδέχτηκε ότι οι προδιαγραφές ήταν πράγματι χαμηλές, δεδομένης της «παγκόσμιας ζήτησης για μη μυθοπλαστικά πεζογραφήματα, ιδιαίτερα για βιβλία που διαιωνίζουν τα αρνητικά στερεότυπα για τους ισλαμιστές άντρες, η οποία προέκυψε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου» (Legge, 2004).39 Δεν προκαλεί, λοιπόν, καμία έκπληξη η αναφορά ότι, όπως και πολλές άλλες συγγραφείς αυτής της μη μυθοπλαστικής πεζογραφίας, η Χούρι χαίρει σημαντικής διπλωματικής και πολιτικής υποστήριξης από τα ανώτατα πόστα της κυβέρνησης του Μπους. Η Elizabeth Cheney, για παράδειγμα, κόρη του Αντιπροέδρου Richard Cheney, είχε προωθήσει και υποστηρίξει την έκδοση του Forbidden Love ως αναπληρώτρια βοηθός του γραμματέα του κράτους που είχε αναλάβει την Πρωτοβουλία για τη Σύμπραξη με τη Μέση Ανατολή [Middle East Partnership Initiative], ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης 100 εκατομμυρίων δολαρίων που προωθεί τις πολιτικές και εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στην περιοχή.40 Υπάρχουν, επίσης, αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες, ο ίδιος ο Τσένεϊ είχε συντάξει μια συστατική επιστολή, παροτρύνοντας την κυβέρνηση της Αυστραλίας να εγκρίνει την αίτηση της Χούρι για άδεια διαμονής.41

Παρά τα κοινωνικά δεδομένα που συσσωρεύτηκαν γύρω από την απάτη της Χούρι, οι σχολιαστές διαμόρφωσαν σύντομα την κοινή άποψη ότι η πραγματική δύναμη του βιβλίου της δεν έγκειται στην προσωπική ή ατομική του αφήγηση, αλλά στην ευρύτερη αλήθεια που σκιαγραφεί όσον αφορά στην πρωτόγνωρη ιστορία της καθυπόταξης των γυναικών από το Ισλάμ. Το αντίκρυσμα της αφήγησης της Χούρι στην πραγματικότητα άρχισε να συνδέεται όλο και περισσότερο με μια ευρύτερη πραγματικότητα που καταγράφει το βιβλίο, μια πραγματικότητα η αλήθεια της οποίας είναι ήδη γνωστή στον δυτικό κόσμο. Το γεγονός αυτό θυμίζει την εύνοια που συνεχίζει να απολαμβάνει η Χίρσι Άλι παρά την αποκάλυψη ότι και εκείνη ψεύδεται για το πόσο υπέφερε προσωπικά στα χέρια των ισλαμικών παραδόσεων. Η κυρίαρχη παραδοχή που εξασφαλίζει την επικράτηση μιας κοινής άποψης είναι ότι εφόσον τα θύματα του Ισλάμ δεν είναι άτομα αλλά συλλογικότητες, δεν μπορεί να διαψευστεί η ουσιαστική αγριότητά του, καθώς υπερβαίνει το (καθαρά) εμπειρικό πεδίο.42 Διερευνώντας τον δημόσιο διάλογο που αναπτύχθηκε γύρω από αυτό το εκδοτικό σκάνδαλο, εντυπωσιάστηκα από την απουσία αναλύσεων για τον ευρύτερο πολιτικό και πολιτισμικό ρόλο που έπαιξαν κείμενα όπως αυτό της Χούρι για το ευρωαμερικανικό κοινό και την τροφοδότηση της ακόρεστης επιθυμίας του για ακόμα περισσότερες οδυνηρές ιστορίες ισλαμικής φρικαλεότητας.

Δεδομένης της επιτυχίας της Χούρι, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι το βιβλίο της, όπως και όλα τα συναφή βιβλία, δεν εκφράζει απλώς την κυρίαρχη άποψη για την κακοποίηση των γυναικών από το Ισλάμ, αλλά αποτελεί κι ένα κρίσιμο μέσο παραγωγής αυτής της άποψης στον απόηχο των γεγονότων της 11ης Σεπτεμβρίου. Αυτή η κοινή άποψη για τον πρωτόγνωρο μισογυνισμό του Ισλάμ –για τον εγγενή φονταμενταλισμό του– εξασφαλίζεται μέσα από μια εξίσου αναγωγιστική αναπαράσταση της «Δύσης» ως χώρου ατελείωτων δυνατοτήτων και απελευθέρωσης για τις γυναίκες. Είναι δύσκολο να αποφύγουμε το συμπέρασμα που διατυπώνει η Γουέντι Μπράουν στο βιβλίο της για τον φιλελεύθερο λόγο της ανεκτικότητας, ότι «έχουμε ανάγκη τον φονταμενταλισμό, τον προβάλλουμε, μάλιστα, και τον παράγουμε αλλού, για να αυτοπαρουσιαζόμαστε ως ελεύθεροι» (Regulating, σελ.189). Τι θα συνέβαινε αν αντιπαραθέταμε τις αφηγήσεις περί «εγκλημάτων τιμής» με τα εξίσου κατακριτέα «εγκλήματα πάθους» με σκοπό να αναθεωρήσουμε τις καταστατικές παραδοχές για τους τρόπους με τους οποίους αποδίδονται στην αντρική βία ξεχωριστά νοήματα, με αποτέλεσμα να συντηρείται και να αναπαράγεται σε διαφορετικά καθεστώτα έμφυλης ανισότητας; Τι είδους φεμινιστικά εγχειρήματα και συμμαχίες θα έπαιρναν ζωή και δύναμη μέσα από την ενασχόληση με την ιδιαιτερότητα της διαφοράς –αντί της ανωτερότητας της διαφοράς; Πώς θα μπορούσε μια συμμαχία αυτού του είδους να δημιουργήσει μια κριτική οπτική των σύγχρονων και παλαιότερων αυτοκρατορικών φιλοδοξιών της ευρωαμερικανικής εξουσίας;

Γυναίκες, δημοκρατία και ελευθερία

Στις δύο τελευταίες ενότητες, θα εξετάσω το έργο που επιτελεί η ρητορική της δημοκρατίας και της ελευθερίας στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», εστιάζοντας στην κοσμικότητα αυτής της ρητορικής και των καταστατικών παραδοχών της. Ακόμη και σε μια πρόχειρη αναζήτηση στα μέσα ενημέρωσης, γίνεται φανερό ότι στις μέρες μας, τόσο οι προοδευτικοί, όσο και οι συντηρητικοί σχεδιαστές στρατηγικών συμφωνούν πως μια από τις αποτελεσματικότερες στρατηγικές για την εξάλειψη του ισλαμικού φονταμενταλισμού έγκειται στην ενδυνάμωση των μουσουλμάνων γυναικών, παρέχοντάς τους εκπαίδευση και πρόσβαση στους οικονομικούς πόρους και την πολιτική αντιπροσώπευση. Η λογική πίσω από αυτό το εγχείρημα είναι αρκετά απλή. Σύμφωνα με τη διατύπωση της συντάκτριας των New York Times, Barbara Crossette: «Όταν αυξάνεται η επιρροή των γυναικών…δυναμώνει το μετριοπαθές κέντρο, ενισχύοντας την οικονομική σταθερότητα και τη δημοκρατική τάξη» (σελ. 4). Η συμβατική λογική φαίνεται να λέει ότι εφόσον ο φεμινισμός είναι «το αντίθετο του φονταμενταλισμού»,43 και οι φονταμενταλιστές υποτίθεται ότι μισούν τη δημοκρατία, η ενδυνάμωση των γυναικών θα διευρύνει τον αγώνα του φεμινισμού, γεγονός το οποίο θα βοηθήσει στην εξάλειψη του ισλαμικού φονταμενταλισμού.

Πέρα από το πιο περίπλοκο γεγονός ότι πολλά ισλαμικά κινήματα –τα οποία χαρακτηρίζονται υποτιμητικά ως φονταμενταλιστικά στη βιβλιογραφία που παραθέτω εδώ– επιχειρούν να διευρύνουν τον πολιτικό διάλογο στον μουσουλμανικό κόσμο και όχι να τον περιορίσουν,44 θέλω να θέσω υπό διερώτηση την επιπόλαιη εξίσωση της δημοκρατίας με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των γυναικών, δηλαδή την ιδέα ότι προωθώντας τη δεύτερη, εξασφαλίζεται αυτόματα η πρώτη. Η εξίσωση αυτή ελέγχεται πολύ εύκολα αν σκεφτούμε τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι γυναίκες στο Ιράκ πριν τον πρώτο πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράκ το 1990. Παρά το γεγονός ότι το Ιράκ δεν ήταν δημοκρατία όταν ήταν πρόεδρος ο Σαντάμ Χουσεΐν , οι Ιρακινές παρουσίαζαν ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αλφαβητισμού στον τρίτο κόσμο και είχαν σημαντική παρουσία σε διάφορα επαγγέλματα, συμπεριλαμβανόμενων των στρατιωτικών και διοικητικών αξιωμάτων. Κατά την ακμή της οικονομικής ανόδου του Ιράκ, ο Σαντάμ Χουσεΐν εφάρμοσε μια σειρά πολιτικών για να προσελκύσει τις γυναίκες στην εργασία, δίνοντάς τους κίνητρα όπως γενναιόδωρες άδειες μητρότητας, ισότιμες αμοιβές και οφέλη, καθώς και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση.45 Από αυτή την άποψη, το Ιράκ δεν διέφερε από κάποιες σοσιαλιστικές χώρες (όπως η Κούβα, η πρώην Σοβιετική Ένωση και η Ανατολική Ευρώπη), όπου η απουσία αστικής δημοκρατίας δεν μεταφραζόταν στην περιθωριοποίηση των γυναικών σε σχέση με την κοινωνικοοικονομική και πολιτική ζωή των χωρών αυτών.

Οι συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι Ιρακινές χειροτέρευσαν μετά τον πόλεμο μεταξύ του Ιράν και του Ιράκ (1980-88), αλλά επιδεινώθηκαν ακόμη περισσότερο μετά τον Πρώτο Πόλεμο του Κόλπου (1990-91) και τις επακόλουθες κυρώσεις που επέβαλαν οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τον ΟΗΕ και τους Ευρωπαίους συμμάχους. Τα ποσοστά των εγγράμματων γυναικών μειώθηκαν δραματικά μετά τον Πόλεμο του Κόλπου, και η πρόσβαση των Ιρακινών γυναικών στην εκπαίδευση, τη μετακίνηση και την εργασία άρχισε να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Η τρέχουσα κατοχή του Ιράκ από τις ΗΠΑ46 αποτελεί τη συνέχεια δώδεκα χρόνων εξαντλητικών κυρώσεων που συνέβαλαν άμεσα στη δραματική επιδείνωση των συνθηκών ζωής των Ιρακινών γυναικών. Περιττεύει να πούμε ότι στην τρέχουσα συνθήκη βίας, χάους και οικονομικής στασιμότητας, οι γυναίκες (μαζί με τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και τους ανάπηρους) είναι τα πιο ευάλωτα θύματα των αναταραχών, ενώ δεν προβλέπεται να ζήσουν ούτε ίχνος κοινωνικής τάξης στο άμεσο μέλλον. Επιπλέον, η δραματική απώλεια της «ζωής και της ελευθερίας» των Ιρακινών γυναικών δεν κατάφερε να ξεσηκώσει την κατακραυγή των Ευρωπαίων και των Αμερικανών όπως έκαναν οι εξατομικευμένες αφηγήσεις για το πόσο υποφέρουν οι γυναίκες που ζουν υπό την καθοδήγηση του Ισλάμ, ενώ αρκετοί πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν τώρα ότι η προώθηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή δεν είναι πολύ καλή ιδέα, καθώς μπορεί να φέρει στην εξουσία ισλαμιστικά πολιτικά κόμματα (όπως και έγινε στις εκλογές του 2005 στην Παλαιστίνη και στην Αίγυπτο).47 Εκτός από το ότι οι σχολιαστές αυτοί θεωρούν την άνοδο του Ισλάμ στην πολιτική εξουσία επιζήμια για τα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα, πολλές φορές επιστρατεύεται η μοίρα των γυναικών που ζουν σε ισλαμικά καθεστώτα ως κύριος λόγος για την αποτροπή της ισλαμικής επιτυχίας στις εκλογές. Αξίζει να σημειωθεί για ακόμα μία φορά η ξεκάθαρη αντιστοιχία ανάμεσα στα ευρωαμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα και την ευημερία των γυναικών, ανάμεσα στη δημοκρατία (η οποία ορίζεται στενά με εκλογικούς όρους) και την κατάσταση των γυναικών.

Σε ένα άρθρο γνώμης που έγραψε για τους New York Times πριν τις αμερικανικές εκλογές του 2004, η Barbara Ehrenreich έκανε μια σπαρακτική έκκληση για τη θεσμοθέτηση της δημοκρατίας μέσω της νομοθεσίας για την ελευθερία των γυναικών. Η Ερενράικ υποστήριζε το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα Inside the Kingdom της Κάρμεν μπιν Λάντεν ως το μανιφέστο που θα πρέπει να ενστερνιστούν όλοι οι Δημοκράτες σε σχέση με την πολιτική τους απέναντι στον μουσουλμανικό κόσμο. Όπως αναφέρεται παραπάνω, το Inside the Kingdom είναι η αφήγηση της μπιν Λάντεν για την πολυτελή ζωή που έζησε στην Ελβετία, όπου μεγάλωσε και ζει μέχρι και σήμερα, και στη Σαουδική Αραβία, όπου έζησε αρκετά χρόνια ως η μοναδική σύζυγος ενός από τους πλούσιους απογόνους της οικογένειας μπιν Λάντεν. Εκτός από τις ελάχιστες σκανδαλιστικές λεπτομέρειες που προσθέτει η μπιν Λάντεν για τη φανατισμένη συμπεριφορά του γνωστού Οσάμα και κουνιάδου της, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καταγράφει τον κλειστοφοβικό χαρακτήρα της ζωής της στη Σαουδική Αραβία, στην οποία παρεμβάλλονταν εκτενείς πολυτελείς διακοπές στην Ευρώπη, σπίτια σαν ανάκτορα με στρατιές υπηρετών και πλουσιοπάροχα πάρτι. Η Κάρμεν, όπως και οι συγγραφείς που αναφέρθηκαν νωρίτερα, ξεχειλίζει από θαυμασμό για τη Δύση, τον τρόπο ζωής της και τις «ευκαιρίες» της.48 Ο ζήλος της Κάρμεν για τον δυτικό τρόπο ζωής συνδυάζεται μόνο με τη χλευαστική και υποτιμητική απεικόνιση των γυναικών της Σαουδικής Αραβίας. Περιγράφει τις γυναίκες αυτές σαν αργόστροφα πλάσματα με κακό γούστο, που υστερούν στις δεξιότητες της μεγαλοαστικής νοικοκυροσύνης (αγοράζουν χρυσά έπιπλα και διακοσμούν τα σπίτια τους με πλαστικά λουλούδια) και είναι πανούργες με τους άντρες. Σε κάποιο σημείο λέει:

Ζούσα σε μια κοινωνία, όπου οι γυναίκες ήταν ένα τίποτα και ήθελαν να είναι ένα τίποτα. Δεν αναζητούσαν τις αλλαγές που περίμενα και λαχταρούσα εγώ και αυτό με ενοχλούσε, να περιτριγυρίζομαι από γυναίκες που δεν είχαν τη θέληση ή το θάρρος να αντισταθούν. Είχαν ευφυΐα και ενέργεια […] αλλά τη διοχέτευαν μόνο στη θρησκεία. Είχαν ζωή, αλλά μόνο για την πίστη τους· οι προσωπικότητές τους είχαν εκμηδενιστεί τελείως (σελ. 105, η έμφαση δική μου).49

Για την μπιν Λάντεν, αυτές οι γυναίκες που δεν άντεχε λόγω της θρησκευτικότητας και της παθητικότητάς τους ήταν καταδικασμένες στη νοοτροπία της μάζας από τον ζουρλομανδύα των πολιτισμικών τους παραδόσεων: «Δεν αναπτύσσεσαι ποτέ ως άτομο στη Μέση Ανατολή. Μπορεί οι άνθρωποι να ξεφεύγουν από τις παραδόσεις τους για λίγο, αλλά οι κανόνες τούς προλαβαίνουν» (σελ. 16).

Αυτή είναι η αφήγηση που ενέπνευσε την έκκληση της Μπάρμπαρα Ερενράικ στον John Kerry, υποψήφιο πρόεδρο για το Δημοκρατικό Κόμμα, να κάνει την ισότητα των φύλων θεμέλιο λίθο της εξωτερικής πολιτικής του στη Μέση Ανατολή, επειδή ο πραγματικός εχθρός, σύμφωνα με την ίδια, δεν είναι η τρομοκρατία, αλλά «η εξτρεμιστική ισλαμική εξέγερση, το γόητρο της οποίας είναι ο ισχυρισμός της ότι εκπροσωπεί τις μουσουλμανικές μάζες απέναντι σε μια υπερδύναμη εκφοβισμού». Η Ερενράικ συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι «[ό]πως μάς υπενθυμίζει επιτακτικά η Κάρμεν μπιν Λάντεν στο Inside the Kingdom, εκτός από τις μεθόδους της, μια εκτυφλωτική ηθική ατέλεια αυτής της εξέγερσης είναι ότι επιδιώκει να ρίξει το μισό αυτής της μάζας σε μια θέση που είναι λίγο πιο πάνω από τα οικόσιτα ζώα. Τη στιγμή που ο Οσάμα προετοιμαζόταν για την τζιχάντ, η Κάρμεν συγκέντρωνε τις δυνάμεις της για να περπατήσει σε μια συνοικιακή γειτονιά της Τζέντα –πλήρως καλυμμένη με μαντίλα αλλά χωρίς να συνοδεύεται από κάποιον άντρα, κάτι που είναι παράνομο για μια γυναίκα στη Σαουδική Αραβία» (σελ. 19). Εδώ υπάρχουν δύο παρεξηγήσεις που αξίζουν την προσοχή μας. Κατά πρώτον, η «ισλαμική εξέγερση» δεν είναι μόνο διαχωρισμένη από το σαουδαραβικό καθεστώς, αλλά οι μονάρχες της Σαουδικής Αραβίας, σε συνεργασία με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, εναντιώνονται έντονα στα περισσότερα δημοφιλή ισλαμικά πολιτικά κόμματα της Μέσης Ανατολής (συμπεριλαμβανόμενης της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο, της Χαμάς στην Παλαιστίνη και της Χεζμπολά στον Λίβανο). Κατά δεύτερον, η Ερενράικ επαναλαμβάνει τη συνηθισμένη αλλά λανθασμένη υπόθεση ότι τα ισλαμικά κινήματα είναι μέρος μιας πατριαρχικής συνωμοσίας, πρωταρχικός στόχος της οποίας είναι να χαλιναγωγήσει τις μοντέρνες ελευθερίες των γυναικών. Όπως έχουν δείξει αρκετές μελέτες τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ωστόσο, τα ισλαμικά κινήματα βρίσκουν σθεναρή υποστήριξη στις γυναίκες, οι οποίες αποτελούν και τον κορμό της δουλειάς που γίνεται από αυτά τα κινήματα για την κοινωνική πρόνοια.50 Χωρίς να περιορίζουν τις ελευθερίες τους, τα κινήματα αυτά αποτελούν όχημα για τη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνικοπολιτική ζωή των κοινωνιών τους.

Εκτός από το ότι η Ερενράικ αντιλαμβάνεται με λάθος τρόπο την πηγή της καταπίεσης των γυναικών στις μουσουλμανικές κοινωνίες θεωρώντας την «ισλαμική εξέγερση» υπαίτια, αγνοεί ταυτόχρονα τις πιο συστηματικές και διάχυτες αιτίες της καταπίεσης των γυναικών στα διαφορετικά μέρη του μουσουλμανικού κόσμου (όπως η φτώχεια και ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, η πολιτισμική και πολιτική τυραννία της μοναρχίας της Σαουδικής Αραβίας που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ και η πολιτική και οικονομική κατάρρευση του Ιράκ που προκλήθηκε από την εισβολή των ΗΠΑ). Άλλο ένα μειονέκτημα του επιχειρήματος της Ερενράικ είναι ότι δεν καταφέρνει να εξηγήσει τις περίπλοκες κοινωνικές αλλαγές, τις προκλήσεις και τους πολιτικούς μετασχηματισμούς που παράγουν τα ισλαμικά κινήματα και δεν χωράνε στην απλουστευτική λογική της πατριαρχικής καθυπόταξης και της απολυταρχικής πολιτικής. Αυτή ακριβώς η εσφαλμένη αντίληψη της Ερενράικ επιτρέπει την ιμπεριαλιστική τροπή που παίρνει το επιχείρημά της στη συνέχεια. Αφού έχει ανάγει την «ισλαμική εξέγερση» σε πατριαρχική συνωμοσία, συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι ο καλύτερος τρόπος να καταπολεμηθεί αυτό το απερίσκεπτο κίνημα είναι να ενδυναμώσει τις μουσουλμάνες γυναίκες η κυβέρνηση των ΗΠΑ, προσφέροντάς τους μεγαλύτερη στήριξη για την εκπαίδευσή τους (εφόσον αυτή είναι εκκοσμικευμένη), παρέχοντας άσυλο στις γυναίκες που δραπετεύουν από τον «έμφυλο ολοκληρωτισμό» και αποκαθιστώντας την αρωγή των ΗΠΑ στο πρόγραμμα οικογενειακού προγραμματισμού του ΟΗΕ. Στη συνέχεια, μετριάζει τις προτάσεις της λέγοντας τα εξής:

Δεν περιμένω τα μέτρα αυτά από μόνα τους να οδηγήσουν σε φεμινιστική εξέγερση μέσα στην ισλαμική εξέγερση. Η Κάρμεν μπιν Λάντεν βρήκε τις κουνιάδες της βυθισμένες σε μια αφελή παθητικότητα, ενώ κάποιες από τις πιο πνευματώδεις νεαρές γυναίκες του μουσουλμανικού κόσμου υιοθετούν τη μαντίλα σαν κίνηση ανυπακοής απέναντι στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Προτού αποκτήσουμε την αξιοπιστία που χρειάζεται για να υπερασπιστούμε τα ανθρώπινα δικαιώματα του οποιουδήποτε, πρέπει να προχωρήσουμε σε ριζικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική –από το Αφγανιστάν μέχρι το Ισραήλ. Δεν μπορείς να παίζεις το χαρτί του φύλου με βρώμικα χέρια (σελ. 19).

Κλείνοντας, δηλώνει ότι «[α]ν θέλεις να νικήσεις τον Οσάμα, πρέπει να αρχίσεις ακούγοντας την Κάρμεν». Αυτή η υπεραπλουστευμένη λογική –η θρησκεία είναι για τους άντρες ό,τι είναι η ελευθερία για τις γυναίκες, η πατριαρχία είναι για τους άντρες ό,τι είναι η οικονομική αλλαγή για τις γυναίκες– δεν καταφέρνει να αντιληφθεί την υποστήριξη των ισλαμικών κινημάτων από τις μουσουλμάνες παρά σαν μια εσφαλμένη συνείδηση που μπορούν να υπερβούν μόνο μέσω της εκκοσμικευμένης εκπαίδευσης.

Το γεγονός ότι το μοντέλο της λευκής ελίτ μεγαλοαστικής θηλυκότητας της Κάρμεν μπιν Λάντεν λειτουργεί σαν σύμβολο του οράματος της «δημοκρατίας» θα πρέπει να μας ανησυχεί για τις ιμπεριαλιστικές βάσεις του. Με τη σκληρότητα και την επιμονή του στις μορφές κοινωνικοποίησης και υποκειμενικότητας που επιχειρεί να αναδομήσει, το όραμα αυτό γελοιοποιεί και περιφρονεί τις γυναίκες, οι επιθυμίες και οι στόχοι των οποίων δεν ταιριάζουν στον απώτερο σκοπό του φιλελεύθερου τρόπου ζωής. Σύμφωνα με το επιχείρημα της Ερενράικ, η μαντίλα, ειδικά όταν φοριέται οικειοθελώς, δεν είναι παρά σημάδι της εσφαλμένης κρίσης των γυναικών που έχουν παραπλανηθεί από τις ψεύτικες υποσχέσεις μιας υπερβολικά πατριαρχικής εξέγερσης. Αυτό που οδηγεί την Ερενράικ στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ είναι σε θέση να απελευθερώσουν τις σκλαβωμένες ψυχές των γυναικών (κατά προτίμηση υπό την καθοδήγηση των Δημοκρατών και όχι των Ρεπουμπλικάνων) είναι η βεβαιότητά της ότι η εξέγερση δεν γίνεται προς το συμφέρον τους. Όπως έχω γράψει και αλλού, η βία ενός τόσο κανονιστικού οράματος έγκειται στην ανικανότητά του να καταλάβει, πόσο μάλλον να εκτιμήσει, τρόπους ζωής, εγχειρήματα, και μορφές κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης που ξεφεύγουν από τη στενόμυαλη και τοπικιστική οπτική του για την ελευθερία των γυναικών.51 Το γεγονός ότι τα ορθόδοξα ισλαμική ήθη (όπως η μαντίλα ή η επιδίωξη της ευσέβειας) και η ισλαμική πολιτική δράση μπορεί να δίνουν χώρο σε κάποιες μορφές ανθρώπινης άνθησης παραμένει ακατανόητο για φεμινίστριες όπως η Ερενράικ, οι οποίες είναι βέβαιες ότι ο δικός τους τρόπος ζωής αποτελεί το καλύτερο μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής πραγμάτωσης για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας.52

Ο ιεραποστολικός ζήλος αναβίωσης της «κουλτούρας και του πολιτισμού» θυμίζει έντονα τα αποικιοκρατικά εγχειρήματα του δεκάτου ενάτου αιώνα και των αρχών του εικοστού αιώνα, όταν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, εξίσου εξοργισμένες από αυτό που έβλεπαν σαν εξευτελισμό των γυναικών από το Ισλάμ, ανέλαβαν την πολιτισμική και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση με σκοπό να εκπολιτίσουν τον τοπικό πληθυσμό. Ο βρετανικός έλεγχος και η αστυνόμευση πρακτικών όπως η θυσία της χήρας (sati) στην Ινδία και ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων στο Σουδάν, σύμβολα της βάρβαρης μεταχείρισης των γυναικών από τις αποικιοκρατούμενες κουλτούρες, σπάνια γινόταν προς όφελος εκείνων που υποτίθεται ότι θα έσωζαν. Όπως έχει επισημάνει η Λάτα Μάνι, οι γηγενείς γυναίκες δεν ήταν ούτε αντικείμενα ούτε υποκείμενα εκείνων των μεταρρυθμίσεων· ήταν το έδαφος πάνω στο οποίο δίνονταν οι ευρωπαϊκές και οι εθνικές μάχες για τα ανταγωνιστικά οράματα της αυτοκρατορίας και της νεωτερικότητας.53 Φαίνεται πως κάποιες φεμινίστριες, όπως η Ερενράικ και το κοινό στο οποίο απευθύνονται δεν έχουν μάθει και πολλά από αυτήν την ιστορία. Ίσως, βέβαια, η παρόρμηση της μεταρρύθμισης να έχει εδραιωθεί τόσο καλά σε κάποιες μορφές φεμινισμού, που η πραγματοποίησή της απαιτεί το εγχείρημα της καταστροφής και της ανακατασκευής, όποιο κι αν είναι το ανθρώπινο και το πολιτισμικό του κόστος.

Εκκοσμίκευση και αυτοκρατορία

Πολλοί και διάφοροι κύκλοι της δεξιάς αλλά και της αριστεράς κάνουν εκκλήσεις για την εκκοσμίκευση και τη φιλελευθεροποίηση του Ισλάμ, ούτως ώστε να μάθουν οι μουσουλμάνοι να ζουν μια πιο διαφωτισμένη ζωή. Οι εκκλήσεις αυτές αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές των εκκοσμικευμένων φεμινιστριών (διαφόρων πολιτικών πλευρών), οι οποίες έχουν πειστεί εδώ και καιρό ότι η θρησκεία είναι πηγή καταπίεσης για τις γυναίκες. Ενώ κρατούν μια κριτική στάση απέναντι στη νεοσυντηρητική μιλιταριστική επιθετικότητα, πολλές φιλελεύθερες φεμινίστριες υποστηρίζουν μια στρατηγική ευρείας βάσης για έναν αργό προοδευτικό μετασχηματισμό, όπου, όπως το θέτει η Katha Pollitt, «η οργανωμένη θρησκεία [αναγκάζεται να] φθίνει ή τουλάχιστον απομακρύνεται από το δόγμα και την αυθεντία και αντιδρά σε μια ακαθόριστη, ήπια πνευματική ανάταση που δεν ανήκει σε κάποιο δόγμα και αν έχει κάποια πολιτική, αυτή είναι φιλελεύθερη» (σελ. ix). Αυτό το φαινομενικά καλοκάγαθο όραμα κωδικοποιεί μια εκκοσμικευμένη εννοιολόγηση της θρησκευτικότητας, όπου η θρησκεία αντιμετωπίζεται σαν ιδιωτικό σύστημα πίστης σε ένα σύνολο προτασιακών δηλώσεων στις οποίες συναινεί το άτομο. Η εκκοσμίκευση, η οποία ανάγεται συχνά στη δογματική αρχή της (στον διαχωρισμό της θρησκείας από το κράτος), λειτουργεί εδώ ως κοινωνικοπολιτισμικό εγχείρημα, επιτρέποντας μια ιδιωτικοποιημένη μορφή θρησκευτικής υποκειμενικότητας που είναι αφιερωμένη στο κυρίαρχο κράτος (και όχι στην παραδοσιακή θρησκευτική εξουσία). Πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής που δίνει ζωή σε αυτό το εκκοσμικευμένο φιλελεύθερο μοντέλο θρησκευτικότητας είναι το αυτόνομο άτομο. Πρόκειται για ένα υποκείμενο που κάνει τις επιλογές του, ενδέχεται να εκτιμά τις πνευματικές αλήθειες που συμβολίζουν οι θρησκευτικές παραδόσεις, αλλά είναι αρκετά διαφωτισμένο ώστε να αντιλαμβάνεται ότι οι αλήθειες αυτές δεν προστάζουν καμία επιστημολογική ή πολιτική ισχύ στον κόσμο. Αυτές οι πλευρές της εκκοσμικευμένης κουλτούρας, που πλέον αναφέρονται συχνά ως κομμάτια της κοσμικότητας, προπαγανδίζονται μέσα από την εμπρόθετη δράση του κράτους, αλλά και μέσα από διάφορους κοινωνικούς φορείς και οργανώσεις που μπορεί κάλλιστα να ασκούν κριτική σε διάφορες πολιτικές και προνόμια του κράτους.54

Αυτή η φιλελεύθερη εννοιολόγηση της θρησκευτικότητας (που αντανακλάται στο παραπάνω παράθεμα της Κάθα Πόλιτ) ενσωματώνει έναν αριθμό προϋποθέσεων για την αυτονομία και την ελευθερία, οι οποίες συνάδουν με τη φιλελεύθερη φεμινιστική σκέψη. Η πλέον προφανής προϋπόθεση αποτελείται από το ισχυρό σχήμα λόγου του αυτόνομου ατόμου, το οποίο έχει την ικανότητα να πραγματώνει τις επιθυμίες του ελεύθερο από την ισχύ της υπερβατικής βούλησης, παράδοσης ή ήθους, και συνεχίζει να δίνει ζωή σε πολλά ρεύματα του φεμινισμού, παρά την δριμεία φιλοσοφική και ανθρωπολογική κριτική που έχει ασκηθεί σε αυτήν την τόσο περιορισμένη εννοιολόγηση του υποκειμένου.55 Μια δεύτερη υπόθεση που κατέχει κεντρική θέση στην εκκοσμικευμένη εννοιολόγηση της θρησκευτικότητας είναι η αντίληψη ότι οι φαινόμενες μορφές μιας θρησκείας –οι λειτουργίες της, τα τελετουργικά της και οι γραφές της– δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία για την οικουμενική αλήθεια που συμβολίζει. Με άλλα λόγια, η συγκεκριμένη μορφή που παίρνουν οι γραφές και οι τελετουργικές πρακτικές θεωρούνται επουσιώδεις ως προς την (άυλη και υπερβατική) πνευματικότητα, την οποία φτιάχτηκαν για να εκπροσωπούν.

Αυτή η εκκοσμικευμένη εννοιολόγηση της τελετουργικής συμπεριφοράς δυσκολεύει πολλές φεμινίστριες της κοσμικότητας να κατανοήσουν τον ισχυρισμό πολλών μουσουλμάνων γυναικών ότι η μαντίλα συνιστά δογματική προσταγή. Οι γυναίκες που υποστηρίζουν πως η μαντίλα είναι κομμάτι ενός θρησκευτικού καθήκοντος, θείο διάταγμα ή μορφή ηθικής πρακτικής θεωρούνται συνήθως θύματα μιας εσφαλμένης συνείδησης, βυθισμένες σε μια παραδοσιοκρατία που τις οδηγεί στο λάθος να εσωτερικεύουν τις απόψεις των μισογύνηδων νομικών, στις διακηρύξεις των οποίων θα έπρεπε να αντιστέκονται.56 Η μαντίλα –η οποία ανάγεται είτε στη συμβολική της σημασία (ως σύμβολο της μουσουλμανικής ταυτότητας ή της καταπίεσης των γυναικών) είτε στη λειτουργική χρηστικότητά της (να προστατεύει τις γυναίκες από τη σεξουαλική παρενόχληση)– σπάνια γίνεται αντιληπτή ως έκφραση και τρόπος υποταγής μιας μουσουλμάνας στη βούληση του Θεού, παρά τις ενδείξεις ότι αυτή η αντίληψη είναι κεντρική για πολλές γυναίκες που φορούν μαντίλα.57 Για να ακούσουμε με σοβαρότητα έναν τέτοιο ισχυρισμό, θα πρέπει να απομακρυνθούμε από την απλή αντίθεση που κατασκευάζει ο φιλελευθερισμός ανάμεσα στην ελευθερία και την υποταγή, και αντ’ αυτού να εξερευνήσουμε τις μορφές υποταγής που είναι εγγενείς σε μια συγκεκριμένη κατασκευή της ελευθερίας, καθώς και το σύστημα της έμφυλης ανισότητας που περιλαμβάνει την κατασκευή αυτή. Δυστυχώς, η δημόσια ευρωαμερικανική διαμάχη δεν κινείται προς αυτήν την κατεύθυνση (κάτι που φαίνεται από τη γαλλική απαγόρευση της μαντίλας και τις απόπειρες άλλων χωρών να την ακολουθήσουν). Αντιθέτως, οι σύγχρονες εκκλήσεις για τη μεταρρύθμιση του Ισλάμ χτίζονται πάνω στον στενόμυαλο οραματισμό μιας εκκοσμικευμένης εννοιολόγησης της θρησκευτικότητας που κινητοποιεί πολλές φιλελεύθερες υποθέσεις για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος στον κόσμο αυτό.

Το πρόβλημα αυτού του κανονιστικού οράματος εκκοσμικευμένης θρησκευτικότητας έχει να κάνει με την ενικότητα και τη βεβαιότητά του που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο διαφωνίας και δεν επιτρέπουν προσαρμογές για τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορούμε να ζούμε θρησκευτικά και πολιτικά. Είναι ο υπέρτατος σκοπός της φιλελεύθερης δημοκρατικής προτεσταντικής κοινωνίας –το ήθος της οποίας συμπυκνώνεται στις κοσμοπολίτικες ευαισθησίες και απολαύσεις των διαφωτισμένων πολιτών της– και παρουσιάζεται ως η Μέκκα προς την οποία θα πρέπει να στραφούν με ευλάβεια όλες οι μουσουλμάνες και οι μουσουλμάνοι. Εκτός από το πόσο ανέφικτο και ιδιόμορφο είναι, το όραμα αυτό μου φαίνεται ιμπεριαλιστικό λόγω των αλυσιδωτών ισοδυναμιών στις οποίες βασίζεται. Αντικείμενο αυτής της ανελέητης προσταγής δεν είναι μόνο οι φανατικοί Ισλαμιστές, αλλά και όλες οι μουσουλμάνες και μουσουλμάνοι που ακολουθούν τις υποτιθέμενα μη φιλελεύθερες, ορθόδοξες και συντηρητικές ερμηνείες του Ισλάμ, με κυριότερες τη μαντίλα, την αυστηρή αφοσίωση στα τελετουργικά της ισλαμικής ιεροτελεστίας, την αποφυγή της συναναστροφής με άτομα άλλου φύλου και την κρίση των δημόσιων και πολιτικών ζητημάτων με θρησκευτικά επιχειρήματα. Στον βαθμό που η επίκληση του φονταμενταλισμού εσωκλείει τόσο τους φανατικούς Ισλαμιστές, όσο και τον κόσμο που ενστερνίζεται αυτό το εύρος πρακτικών, οι εκκλήσεις για ένα πιο φιλελεύθερο Ισλάμ στοχεύουν στον μετασχηματισμό αυτών των μουσουλμάνων, κάνοντας τους τρόπους ζωής τους προσωρινούς μέσα από μια διαδικασία σταδιακής αλλά ασταμάτητης μεταρρύθμισης, αν δεν τους εξαφανίζει.

Όπως έχω δείξει αλλού, η κανονιστική ισχύς αυτού του φιλελεύθερου εγχειρήματος δεν είναι απλώς ρητορική («Secularism»). Απολαμβάνει, επιπλέον, την υποστήριξη του State Department των ΗΠΑ, το οποίο πρόσφατα παραχώρησε πάνω από 1,3 δισεκατομμύρια δολάρια στην πρωτοβουλία Muslim World Outreach, για να μετασχηματίσει τις καρδιές και τα πνεύματα των μουσουλμάνων μέσα από μια σειρά θεολογικών, πολιτισμικών και παιδαγωγικών προγραμμάτων. Ως κομμάτι της γενικότερης στρατηγικής του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας του Λευκού Οίκου, η πρωτοβουλία αυτή ασχολείται με την εκπαίδευση των ιερέων του Ισλάμ, την εγκαθίδρυση ισλαμικών σχολείων που προπαγανδίζουν τις φιλελεύθερες ερμηνείες του Ισλάμ, τη μεταρρύθμιση της διδακτέας ύλης στα δημόσια σχολεία και την παραγωγή των μέσων ενημέρωσης (στην οποία περιλαμβάνεται η ίδρυση ραδιοφωνικών και δορυφορικών τηλεοπτικών σταθμών, η παραγωγή και η διανομή ισλαμικών εκπομπών, και γενικότερα η διαμόρφωση του περιεχομένου του δημόσιου διαλόγου για τη θρησκεία που γίνεται στα υπάρχοντα μέσα ενημέρωσης των μουσουλμανικών χωρών). Κάτι που είναι αξιοσημείωτο σ’ αυτήν την πολύπλευρη στρατηγική ευρείας βάσης είναι ότι η εν λόγω μεταρρύθμιση δεν στοχεύει τους φανατισμένους, αλλά τους συνηθισμένους «παραδοσιακούς» μουσουλμάνους», οι οποίοι θεωρούνται τραγικά ελλιπείς όσον αφορά την εκκοσμικευμένη ευαισθησία που απαιτείται να δείχνουν τα νεωτερικά υποκείμενα.58 Αυτό το εγχείρημα παρουσιάζει εμφανείς ομοιότητες με την ψυχροπολεμική στρατηγική του State Department, με μία όμως εξαίρεση: η τρέχουσα εκστρατεία διαθέτει μια φανερή θεολογική ατζέντα που ακυρώνει την ίδια αρχή του εκκοσμικευμένου φιλελευθερισμού που υποτίθεται ότι προάγουν οι ΗΠΑ στον μουσουλμανικό κόσμο μέσα από αυτή την εκστρατεία –το δικαίωμα στη θρησκεία και την ελευθερία της συνείδησης.59

Επιπλέον, δεν μου είναι καθόλου ξεκάθαρο ότι ενσταλάζοντας στις μουσουλμάνες και τους μουσουλμάνους μια φιλελεύθερη θρησκευτική ευαισθησία θα περιοριστούν απαραίτητα οι μαχητικές επιθέσεις στις ΗΠΑ ή σε άλλες δυτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ο λόγος για αυτό δεν είναι ότι όλοι οι μουσουλμάνοι είναι βίαιοι, αλλά επειδή το μένος που τρέφουν ενάντια στη Δύση έχει να κάνει περισσότερο με γεωπολιτικές ανισότητες σε σχέση με την εξουσία και το προνόμιο. Ακόμη και ο Οσάμα μπιν Λάντεν είχε στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα την εποχή των επιθέσεων στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου: ήθελε να φύγουν τα αμερικανικά στρατεύματα από τη Σαουδική Αραβία, να δοθεί μια δίκαιη λύση στη διαμάχη μεταξύ Παλαιστίνης και Ισραήλ, και ένα τέλος στην κυριαρχία Ευρωπαίων και Αμερικανών στους πόρους και στα εδάφη του μουσουλμανικού κόσμου. Ο σκοπός του, ακόμη και αν δεν αγιάζει τα μέσα, αγγίζει μια μεγάλη μερίδα Αράβων και μουσουλμάνων που παρακολουθούν ένα από τα πιο απροκάλυπτα αυτοκρατορικά εγχειρήματα της νεώτερης ιστορίας, ένα εγχείρημα που όπως έχει επισημανθεί επανειλημμένως, έχει προσπαθήσει περισσότερο να αναζωπυρώσει, παρά να εξαλείψει τον μαχητικό αυτό σκοπό.60

Το πρόγραμμα Muslim World Outreach επιχειρεί να χτίσει συμμαχίες και δίκτυα με τους λεγόμενους «μετριοπαθείς» μουσουλμάνους ακαδημαϊκούς, οι οποίοι προωθούν μια φιλελεύθερη ερμηνεία του Ισλάμ και θυμίζουν έντονα το προγραμματικό όραμα που υποστηρίζει το State Department των ΗΠΑ μέσα από τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία. Το γεγονός ότι οι εκκλήσεις για ένα πιο φιλελεύθερο Ισλάμ γίνονται πλέον όλο και περισσότερο από εξέχοντες μουσουλμάνους διανοούμενους –όπως ο Χαλέντ Αμπούλ Φαντλ, ο Νασρ Χάμεντ Αμπού Ζάιντ, ο Αμπντολκαρίμ Σορούς, ο Χασάν Χανάφι– μαρτυρά την ηγεμονία που προστάζει ο φιλελευθερισμός ως πολιτικό ιδανικό για πολλούς σύγχρονους μουσουλμάνους, μια ηγεμονία που θα έλεγα ότι αντανακλά την τεράστια διαφορά ισχύος που υπάρχει ανάμεσα στις ευρωαμερικανικές και μουσουλμανικές χώρες στις μέρες μας. Σύμφωνα με τους στοχασμούς τους, το Ισλάμ είναι αυτό που οφείλει να αποδείξει τη συμβατότητά του με τα φιλελεύθερα ιδανικά, ενώ το ερώτημα αυτό δεν αντιστρέφεται σχεδόν ποτέ. Δεν διερωτώνται, για παράδειγμα, τι θα σήμαινε να πάρουμε τις ορθόδοξες πρακτικές του Ισλάμ, τις οποίες ενστερνίζονται πολλοί σύγχρονοι άνθρωποι του μουσουλμανικού κόσμου, και να αναθεωρήσουμε ορισμένες εκκοσμικευμένες φιλελεύθερες αξίες που χαίρουν σθεναρής υποστήριξης στις μέρες μας –όπως η ελευθερία της επιλογής, η αυτονομία και η αδιαφορία για τις θρησκευτικές μορφές του ανήκειν. Πώς θα έμοιαζε ένας τέτοιος διάλογος; Πώς θα άλλαζε τα εγχειρήματά μας για την κατασκευή του κόσμου μια τέτοια συζήτηση;

Όπως έχει επισημανθεί σε αρκετές κριτικές του φιλελευθερισμού, ένα χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης σκέψης –η οποία δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι διαπερνά συντηρητικά και ριζοσπαστικά εγχειρήματα– είναι ότι αφομοιώνει ανοίκειες μορφές ζωής στην αυτοπροβολή της στο μέλλον, ένα μέλλον που καθορίζεται από το ξεδίπλωμα του ίδιου του φιλελεύθερου οράματος. Όλες οι μορφές ζωής που δεν συμφωνούν με αυτήν τη μελλοντικότητα θα ενσωματωθούν σε μια τελεολογική διαδικασία βελτίωσης και έτσι μοιραία θα αφανιστούν ή θα γίνουν προσωρινές. Αυτή η νοοτροπία ως προς τη διαφορά φαίνεται να δίνει ζωή στις εκκλήσεις για την ισλαμική μεταρρύθμιση αλλά και να λειτουργεί σε σύγχρονα ρεύματα του φεμινισμού –ιδιαίτερα λόγω της βεβαιότητάς της ότι όσες γυναικείες ευαισθησίες και προσκολλήσεις θεωρούνται παραδόξως βλαβερές για τα συμφέροντα των ίδιων των γυναικών πρέπει να αναδιομορφωθούν για το καλό των ίδιων. Εδώ, θέλω να θέσω υπό αμφισβήτηση αυτή την αλαζονική βεβαιότητα: Μήπως η αυτοπεποίθηση του πολιτικού μας οράματος ως φεμινιστριών συγκρούεται με την ευθύνη που επισύρει η καταστροφή ορισμένων μορφών ζωής, για να μάθουν να ζουν πιο ελεύθερα οι «μη διαφωτισμένες» γυναίκες; Άραγε καταλαβαίνουμε πλήρως τις μορφές ζωής που θέλουμε τόσο παθιασμένα να αναδιαμορφώσουμε για να ζουν οι μουσουλμάνες και οι μουσουλμάνοι μια πιο διαφωτισμένη ζωή; Είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε την πιθανότητα πρακτικές όπως αυτή της μαντίλας να επιτελούν κάτι στον κόσμο που δεν έχει να κάνει με την καταπίεση ή/και την ελευθερία των γυναικών; Μήπως έχουμε χάσει την ικανότητα να ακούμε τις φωνές των μουσουλμάνων γυναικών που δεν παρουσιάζονται όπως η Αγιάν Χίρσι Άλι, η Αζάρ Ναφισί και η Ιρσάντ Μάντζι; Θα μπορούσε η βιωματική γνώση των κόσμων και των ζωών που διαχωρίζονται και ενίοτε συγκρούονται με τους κοσμοπολίτικους τρόπους ζωής μας να μας οδηγήσει στο να αμφισβητήσουμε τη βεβαιότητα με την οποία ορίζουμε τι είναι καλό για όλη την ανθρωπότητα; Σε μια εποχή που οι φεμινιστικές και δημοκρατικές πολιτικές κινδυνεύουν να αναχθούν σε μια ρητορική επίδειξη των καταχρήσεων του Ισλάμ, τα ερωτήματα αυτά προσφέρουν μια μικρή ελπίδα για τη δημιουργία ενός οράματος συνύπαρξης που δεν απαιτεί τον αφανισμό ή την προσωρινότητα ορισμένων ζωών και κόσμων, μέσα από έναν διάλογο που θα διασχίζει τις πολιτικές και θρησκευτικές διαφορές –ακόμη και κάποιες που είναι ασύμμετρες. Ακόμη και αν η απαίτηση αυτή είναι υπερβολική για το τρέχον αυτοκρατορικό κλίμα, κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι αντιλαμβανόμαστε την πιθανότητα να μην γνωρίζουμε πάντα σε τι αντιτασσόμαστε και κάθε πολιτικό όραμα να χρειάζεται κατά καιρούς να παραδέχεται την ίδια του την περατότητα για να καταλαβαίνει αυτό στο οποίο επιχειρεί να αντιταχθεί.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Το άρθρο αυτό θα ήταν αδύνατον να γραφτεί χωρίς τη βοήθεια της ενδελεχούς έρευνας των Noah Salomon, Michael Allan, και Stacey May. Είμαι ευγνώμων για τη βοήθειά τους στον εντοπισμό του υλικού, αλλά και για το ότι με κρατούν ενήμερη για την τεράστια δημοτικότητα του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους σε διάφορους δημόσιους τόπους συζητήσεων. Ευχαριστώ την Jane Collier, τον Charles Hirschkind και την Joan Scott για τα εποικοδομητικά τους σχόλια, και τη Mayanthi Fernando που με πληροφόρησε για τα γαλλικά παραδείγματα αυτού του λογοτεχνικού είδους. Το άρθρο αυτό παρουσιάστηκε στο Κέντρο Σπουδών για τη Μέση Ανατολή στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, στο Μπέρκλεϊ, και στην ομάδα διδασκόντων του Ερευνητικού Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια, την άνοιξη του 2006. Είμαι ευγνώμων στις ακροάτριες και τους ακροατές και των δύο αυτών παρουσιάσεων για τις προτάσεις και τα σχόλιά τους.

Υποσημειώσεις

1 Ένα μικρό δείγμα της εκτενούς αυτής βιβλιογραφίας περιλαμβάνει κείμενα όπως τα Alloula, The Colonial Harem· Ahmed, Women and Gender in Islam· Lazreg, The Eloquence of Silence· Mani, Contentious Traditions και Spivak, In Other Worlds.

2 Σε καμία περίπτωση δεν αρνούμαι το γεγονός ότι υπάρχουν παραδόσεις της φεμινιστικής σκέψης που έχουν σταθεί κριτικά απέναντι στην αυτοκρατορική παρόρμηση που είναι εγγενής στον φιλελευθερισμό. Για την ακρίβεια, η ίδια μου η ενασχόληση με το ζήτημα αυτό οφείλει πολλά και είναι δυνατή χάρη στην παράδοση αυτή. Εδώ, χρησιμοποιώ τον όρο «φιλελεύθερος φεμινισμός» για να αναφερθώ σε εκείνα τα ρεύματα του φεμινισμού, όπου επικρατούν και εξαπλώνονται πυκνές συνδέσεις μεταξύ μιας ορισμένης ανάλυσης της έμφυλης ανισότητας και της πολιτικής της αυτοκρατορίας. Για μια εκτενέστερη παρουσίαση αυτής της κριτικής του φιλελεύθερου φεμινισμού, βλ. Mahmood, Politics of Piety, ιδιαίτερα το κεφ. 1.

3 Για την Αζάρ Ναφισί, βλ. Για παράδειγμα Atwood και Sontag στο http://www.randomhouse.com/acmart/catalog· για την Κάρμεν μπιν Λάντεν, βλ. Ehrenreich. Οι Ιρσάντ Μάντζι και Χίρσι Άλι έχουν υπάρξει προσκεκλημένες διάφορων προγραμμάτων γυναικείων σπουδών και σπουδών φύλου σε αμερικανικά πανεπιστήμια. Βλ., για παράδειγμα, http://www.roosevelt.edu/misj/pdfs/Irshad.pdf (τελευταία ανάκτηση 9 Μαρτίου 2007) και http://www.wmst.unt.edu/article.htm (τελευταία ανάκτηση 9 Μαρτίου 2007).

4 Βλ., για παράδειγμα, τα άρθρα κάποιων ακαδημαϊκών και μη ακαδημαϊκών φεμινιστριών –όπως η Τζάνετ Αφάρι, η Σέιλα Μπενχαμπίμπ, η Barbara Ehrenreich, η Βαλεντίν Μογκαντάμ, η Martha Nussbaum και η Katha Pollitt– στο Nothing Sacred, τόμο που επιμελήθηκε η Betsy Reed.

5 Όταν γράφτηκε το παρόν άρθρο, η Μάντζι συνεργαζόταν με το Πανεπιστήμιο του Γιέιλ ως προσκεκλημένη του Προγράμματος Σπουδών Διεθνούς Ασφάλειας.

6 Εκτός από τα βιβλία που αναφέρω, υπάρχουν αμέτρητα άλλα βιβλία που έχουν εκδοθεί ή βρίσκονται υπό έκδοση. Πρόκειται για νέα απομνημονεύματα που έχουν κατοχυρώσει καθιερωμένοι εκδοτικοί οίκοι, και διαφημίζονται εγκαίρως με τη μεθοδική δημοσίευση βιβλιοκριτικών, όπως το άρθρο «Muslim Woman’s Critique of Custom» του Joseph Berger.

7 Η Αμάρα είναι συνιδρύτρια της ομώνυμης φεμινιστικής οργάνωσης, στόχος της οποίας φέρεται να είναι η καταπολέμηση των συντηρητικών κοινωνικών και θρησκευτικών ηθών που επηρεάζουν τις μουσουλμάνες που ζουν στα φτωχά προάστια της Γαλλίας. Σύμφωνα με την κριτική που έχει ασκηθεί στην οργάνωση αυτή, η τελευταία περισσότερο βλάπτει παρά ωφελεί τις μουσουλμάνες που υποτίθεται ότι υποστηρίζει, απομακρύνοντας την προσοχή από τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που ευθύνονται για τη βία στις φτωχές γειτονιές της Γαλλίας, αποδίδοντας την ευθύνη σε μια ουσιοκρατική εννοιολόγηση του Ισλάμ και της ισλαμικής κουλτούρας. Όπως επισημαίνουν οι κριτικές αυτές, το Ni Putes Ni Soumises έχει λάβει σημαντική υποστήριξη από τον κυρίαρχο λευκό πληθυσμό και τη γαλλική κυβέρνηση, ακριβώς επειδή ως οργάνωση επιβεβαιώνει τις προκαταλήψεις τους, απαλλάσσοντας την ευρύτερη γαλλική κοινωνία από τον ρόλο που έχει παίξει στην γκετοποίηση της μουσουλμανικής κοινότητας στη χώρα.

8 Η Τζαβάν, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι η πρακτική της μαντίλας προσομοιάζει στον βιασμό και έκανε την ύποπτη δήλωση ότι μόνο οι γυναίκες που επέλεξαν να απορρίψουν τη μαντίλα έχουν το δικαίωμα να εκφέρουν λόγο για το ζήτημα.

9 Το Mariée de Force της Λέιλα, το οποίο εκδόθηκε αρχικά από τις εκδόσεις OH! το 2004, επανεκδόθηκε το 2005 από έναν εκδοτικό οίκο υψηλότερου κύρους, τον J’ai Lu.

10 Δεδομένου ότι η ισλαμοφοβία αντηχεί τα αντισημιτικά σχήματα λόγου, είναι ειρωνικό το πώς κατηγορούνται οι Ευρωπαίοι μουσουλμάνοι για έναν «νέο αντισημιτισμό» –κίνηση η οποία αθωώνει τη σύγχρονη γαλλική κοινωνία, αλλά και την ευρωπαϊκή ιστορία για την εφεύρεση και την τελειοποίηση της συγκεκριμένης πρακτικής.

11 Βλ. Kuper· και Hirsi Ali, σελ. 152-53.

12 Η φήμη της Χίρσι Άλι έγινε ακόμα χειρότερη όταν συμμετείχε στην ταινία του Theo van Gogh με τίτλο Submission [Υποταγή], για την οποία ο ίδιος δολοφονήθηκε βάναυσα από έναν Ολλανδό μαροκινής καταγωγής. Η ταινία παρουσιάζει το τελετουργικό βασανιστήριο μιας μουσουλμάνας από τους άντρες της οικογένειάς της, βασανιστήριο που υποτίθεται ότι γίνεται ανεκτό από ορισμένα εδάφια του Κορανίου που απεικονίζονται στο γυμνό κακοποιημένο σώμα της. Για μια αιχμηρή ανάλυση της ταινίας και της θέσης της Χίρσι Άλι στην ολλανδική πολιτική σκηνή, βλ. Moors.

13 Για μια κριτική παρουσίαση του The Caged Virgin, βλ. Alam.

14 Για μια κριτική του νέου βιβλίου της Χίρσι Άλι Infidel, βλ. «Dark Secrets».

15 Οι συγγραφείς αυτές ξεθαρρεύουν επειδή ισχυρίζονται ότι «μιλάν από μέσα». Η Χίρσι Άλι αντηχεί τα λόγια της Γαλλο-Ιρανής αντικαθεστωτικής Τζαβάν που ανέφερα νωρίτερα, στο σημείο που λέει «[ε]σείς σοκάρεστε όταν με ακούτε να μιλάω για αυτά τα πράγματα, αλλά όπως οι περισσότεροι γηγενείς Ολλανδοί, παραβλέπετε κάτι: ξεχνάτε από πού είμαι. Κάποτε ήμουν μουσουλμάνα· ξέρω για τι πράγμα μιλάω» (παράθεμα στο Lalami· η έμφαση δική μου).

16 Για μια πιο πρόσφατη έκφραση της άκριτης υποστήριξής της για τις ισραηλινές φρικαλεότητες εναντίον των Παλαιστινίων, βλ. Manji, «How I Learned».

17 Το Ινστιτούτο Ερευνών για τα ΜΜΕ της Μέσης Ανατολής (MEMRI) είναι μια μη κερδοσκοπική οργάνωση που ιδρύθηκε από έναν Ισραηλινό αξιωματικό πληροφοριών με άμεσο στόχο τη διάθεση μεταφράσεων επιλεγμένων Αραβικών μέσων ενημέρωσης στο Κογκρέσο των ΗΠΑ και σε αμερικανικούς ακαδημαϊκούς και ενημερωτικούς οργανισμούς. Το MEMRI προωθεί συστηματικά και επιλεκτικά μια μισητή εικόνα των Αράβων και των μουσουλμάνων, δεν έχει καμία κριτική αναφορά για το Ισραήλ και υποστηρίζει απροκάλυπτα την ατζέντα του Λικούντ. Το MEMRI έχει προωθήσει τα κείμενα της Μάντζι και, αντίστοιχα, το μεγαλύτερο μέρος των πηγών του βιβλίου της Μάντζι προέρχεται από το MEMRI. Σχετικά με αυτό το ζήτημα, βλ. Lalami.

18 Ο Ντάνιελ Πάιπς έχει ιδρύσει τη διαβόητη ιστοσελίδα Campus Watch, όπου είχαν δημοσιευτεί φάκελοι ακαδημαϊκών που ασκούν κριτική στο Ισραήλ, με στόχο τον εκφοβισμό και την αποσιώπησή τους. Έπειτα από έντονη κριτική που της ασκήθηκε, η ιστοσελίδα απέσυρε τους φακέλους, αλλά συνεχίζει να διατηρεί μια «μαύρη λίστα» και να ενθαρρύνει το φοιτητικό κοινό να «αναφέρει» όσες και όσους ασκούν κριτική στο Ισραήλ, με σκοπό την απομόνωσή τους λόγω των απόψεών τους. Βλ., για παράδειγμα, την ιστοσελίδα του UCLA, http://www.bruinalumni.com/aboutuclaprofs.html, η οποία ενοχοποιεί καθηγητές και καθηγήτριες του πανεπιστημίου για την κριτική που έχουν ασκήσει στην ισραηλινή πολιτική. Για μια οξυδερκή ανάλυση των συνεπειών που έχουν οι συντονισμένες προσπάθειες του ισραηλινού κύκλου στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και την εγχώρια πολιτική κουλτούρα, βλ. Mearsheimer· και Walt.

19 Βλ. http://www.muslim-refusenik.com/aboutirshad.htm.

20 Για παράδειγμα, η Μάντζι περιγράφει τη Ρεκονκίστα [περίοδος κατά την οποία οργανώθηκαν εκστρατείες για την κατάκτηση μουσουλμανικών εδαφών της ιβηρικής χερσονήσου από χριστιανικά βασίλεια και διήρκησε από τον όγδοο έως τον δέκατο πέμπτο αιώνα (ΣτΜ)] και την εθνοκάθαρση που περιλάμβανε σαν αποτέλεσμα εμφύλιων διαμαχών ανάμεσα σε μουσουλμανικές ομάδες (Trouble with Islam, σελ. 56-57). Ομοίως, παρουσιάζει την ισραηλο-παλαιστινιακή διαμάχη σαν συνέπεια της παλαιστινιακής αδιαλλαξίας και της ισραηλινής γενναιοδωρίας (σελ. 70-93).

21 Η άκριτη υποστήριξη που έχει προσφέρει ο Άντριου Σάλιβαν στη Μάντζι δεν προκαλεί μεγάλη έκπληξη: και οι δύο έγιναν διάσημοι ποντάροντας στην γκέι ταυτότητά τους, ενώ ταυτόχρονα ενστερνίζονται συντηρητικές πολιτικές θέσεις. Ο θαυμασμός του Σάλιβαν για τις φεμινιστικές τάσεις της Μάντζι έρχεται σε αντίθεση με την άποψή του για την έκτρωση, μια άποψη που ο ίδιος θεωρεί ότι συνάδει με τη ρωμαιοκαθολική του πίστη.

22 Για μια πολύ αναλυτική παρουσίαση του κειμένου της Ναφισί ως κομμάτι του αναπτυσσόμενου λογοτεχνικού είδος που ορισμένοι αποκαλούν «νέα οριενταλιστική λογοτεχνία», βλ. Keshavarz. Παρακάτω στο άρθρο αναφέρονται και άλλα σημαντικά κριτικά έργα.

23 Είναι ευρέως γνωστό ότι ο πρόεδρος Χατάμι κέρδισε τις εκλογές του 1997 σε μεγάλο βαθμό χάρη στην ψήφο των γυναικών.

24 Για αυτό το ζήτημα, βλ. Najmabadi, «Feminism».

25 Ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς συγκαταλέγονται λαμπροί κληρικοί όπως ο Σαριάτ-Μανταρί, ο Μαχμούντ, ο Ταλεκάνι, ο Αμπντουλά Νουρί και ο Χοσέιν Αλί Μονταζερί. Για μια ανάλυση της εναντίωσης από τα μέσα, βλ. Abdo και Lyons.

26 Σε μια εύστοχη ανάλυση των συνθηκών παραγωγής και πρόσληψης του διάσημου πίνακα του Ντελακρουά, ο Todd Porterfield γράφει:
Ενώ περνάει για επιστημονικός, ο πίνακας του Ντελακρουά έχει δημιουργήσει μια καθιερωμένη επωδό σχετικά με το χαρέμι. Έχει προκαλέσει ταυτόχρονα επιθυμία για τις γυναίκες και αποστροφή για τα κατώτερα κοινωνικά και πολιτικά συστήματα της Ανατολής… [Α]κόμα και αν ο Ντελακρουά είχε προσπαθήσει να συνθέσει μια συμπονετική εικόνα του υποκειμένου της Ανατολής, τονίζοντας, για παράδειγμα, την καθαριότητα των γυναικών, αυτό δεν είχε καμία σημασία για το συγκεκριμένο κοινό. Αυτό που μεσολάβησε ήταν η ήδη διαμορφωμένη γνώση του κριτικού για την Ανατολή, εξασφαλίζοντας την επίκληση του οριενταλιστικού λόγου (σελ. 63).

27 Βλ. Ghoreishi. Οι στατιστικές αυτές έχουν δοθεί από το μηνιαίο επιστημονικό περιοδικό Strategic Insights του Naval Postgraduate School.

28 Η Janet Larson αποδίδει αυτή την εξέλιξη σε μια κρατική πολιτική που διακήρυττε την «[αυξημένη] πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και οικογενειακό προγραμματισμό, τη ραγδαία αύξηση των εγγράμματων γυναικών, την υποχρεωτική προγαμιαία συμβουλευτική περί αντισύλληψης για ζευγάρια, τη συμμετοχή των αντρών σε προγράμματα οικογενειακού προγραμματισμού –[με] τη σημαντική στήριξη των θρησκευτικών ηγετών». Για αυτό το ζήτημα, βλ. επίσης Hoodfar και Assadpour.

29 Βλ. Seymour Hersh, “Annals of National Security: The Iran Plans” και “Annals of National Security: Watching Lebanon”.

30 Η Σούζαν Σόνταγκ, για παράδειγμα, έγραψε τον εξής έπαινο για τη Ναφισί:
Έχω γοητευτεί και συγκινηθεί από την ανάλυση της Αζάρ Ναφισί για το πώς αψήφησε και βοήθησε και άλλες να αψηφήσουν τον πόλεμο του ριζοσπαστικού Ισλάμ ενάντια στις γυναίκες. Το πεζογράφημά της περιλαμβάνει σημαντικούς στοχασμούς που παρουσιάζουν την ανάλογη συνθετότητα σχετικά με τα δεινά της θεοκρατίας, τη στοχαστικότητα και το μαρτύριο της ελευθερίας –καθώς και μια εμψυχωτική ανάλυση των απολαύσεων και της εμβάθυνσης της συνείδησης που προκύπτουν από την επαφή με τη μεγάλη λογοτεχνία και με μια εμπνευσμένη δασκάλα.

Βλ. την ιστοσελίδα Random House: http//www.randomhouse.com/acmart/catalog/ (Τελευταία ανάκτηση 4 Σεπτεμβρίου 2006).

31 Βλ. Ahmed, Gole, Lazreg, Mani και Northrup.

32 Βλ. Hirschkind και Mahmood.

33 Οι στατιστικές ποικίλλουν ανάλογα με την ειδησεογραφική πηγή. Για διαφορετικές εκτιμήσεις, βλ. την αναφορά που δημοσιεύτηκε το 2005 από την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Πακιστάν στο http://www.hrcp-web-org/women/ (τελευταία ανάκτηση στις 9 Μαρτίου 2007)· και στην Αναφορά της Διεθνούς Αμνηστίας που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1999 στο http://web.amnesty.org/library/ (τελευταία ανάκτηση στις 9 Μαρτίου 2007).

34 Βλ. την ιστοσελίδα του Family Violence Prevention Project στο http://endabuse.org/resources/facts.

35 Η παραδοχή που φαίνεται να κυριαρχεί είναι ότι η Δύση έχει εξατομικεύσει και ιδιωτικοποιήσει την κουλτούρα σε βαθμό που όταν και αν πραγματώνεται, πρόκειται για έκφραση ελεύθερης επιλογής. Οι μουσουλμάνοι, αντιθέτως, είναι υποκείμενα της κουλτούρας τους ως συλλογικότητα, δεν έχουν τις αξίες της αυτονομίας και της ελευθερίας που θα τους επέτρεπαν να επιλέγουν ορθολογικά από τις πολιτισμικές πρακτικές που τους είναι διαθέσιμες. Όπως επισημαίνει η Wendy Brown, η κουλτούρα και η θρησκεία στη συλλογιστική αυτή θεωρείται ότι «διαιωνίζουν την ανισότητα περιορίζοντας επίσημα την αυτονομία των γυναικών, ενώ οι περιορισμοί της επιλογής σε μια φιλελεύθερη καπιταλιστική τάξη…είτε δεν είναι πολιτισμικοί, είτε δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία» (Regulating, σελ. 195).

36 Λίγο καιρό μετά την κυκλοφορία του από τον οίκο Random House το 2002, το πεζογράφημα έγινε μπεστ-σέλερ στην Αυστραλία και επανεκδόθηκε στις ΗΠΑ από τον οίκο Simon & Schuster με τίτλο Honor Lost: Love and Death in Modern Day Jordan.

37 Λίγο μετά την αρχική του κυκλοφορία, το βιβλίο πούλησε πάνω από 250.000 αντίτυπα σε δεκαπέντε χώρες, εξασφαλίζοντας σχεδόν ένα εκατομμύριο δολάρια από τα δικαιώματα εκμετάλλευσης και παρακινώντας εκστρατείες για την καταπολέμηση των εγκλημάτων τιμής στην Ιορδανία και άλλες χώρες. Δεν έμεινε σχεδόν καμία εφημερίδα χωρίς να καλύψει το πάθος του Γολγοθά της Χούρι: από τους New York Times μέχρι τη Sunday Herald, τη Guardian, την Jerusalem Post και ένα μεγάλο φάσμα αυστραλιανών εφημερίδων. Η Χούρι έγινε διάσημη απ’ τη μια μέρα στην άλλη, και άρχισε να εμφανίζεται σε δημοσιογραφικές εκδηλώσεις υψηλού κύρους, σε λογοτεχνικά φεστιβάλ, σε συζητήσεις για τα γυναικεία δικαιώματα, σε κολέγια και σχολεία. Πολλές φορές, ο Random House ηλέκτριζε τις δημόσιες εμφανίσεις της, παρέχοντάς της φύλακες ασφαλείας, η παρουσία των οποίων ήταν εμφανέστατη και υποτίθεται ότι την προστάτευε από τη μουσουλμανική οργή και βία.

38 Τον Ιούλιο του 2004, ένας ερευνητικός δημοσιογράφος ανακάλυψε ότι η Χούρι δεν είχε πάει στην Ιορδανία από όταν ήταν τριών ετών, είχε ζήσει όλη της τη ζωή στο νοτιοδυτικό Σικάγο, μέχρι τη στιγμή που μετανάστευσε στην Αυστραλία λίγο πριν την έκδοση του βιβλίου της, αλλά ήξερε πολύ λίγα έως καθόλου αραβικά, την καταδίωκε το FBI για μια υποτιθέμενη εξαπάτηση και κατά βάση είχε επινοήσει μια ψεύτικη ιστορία γύρω από τα δεινά που έζησε στην Ιορδανία. Βλ. Walker και Thomas.

39 Παρά τις δηλώσεις αυτές, πολλοί διακεκριμένοι εκδοτικοί οίκοι συνεχίζουν την κεφαλαιοποίηση στην αγορά και έτσι δεν λείπουν οι κακογραμμένες (και συχνά αδιασταύρωτες) αφηγήσεις για την καθυπόταξη των μουσουλμάνων γυναικών που ζουν στις «ισλαμικές κουλτούρες».

40 Η κυβέρνηση της Αυστραλίας ενέκρινε την αίτηση της Χούρι για έκδοση «Άδειας διαμονής λόγω διακεκριμένου ταλέντου», γεγονός που της επέτρεψε να μείνει στην Αυστραλία μαζί με τον σύζυγο και τα δύο παιδιά της (Koch και Whittaker).

41 Σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση Μπους έκανε όλο και πιο δύσκολη την κατοχύρωση αδειών βραχείας και μακράς διαμονής στις ΗΠΑ για τους μουσουλμάνους και τις μουσουλμάνες, προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση το γεγονός ότι η Χούρι και ο σύζυγός της κέρδισαν την εύνοια της οικογένειας Τσένεϊ, παρά τις έρευνες του FBI σχετικά με τις κατηγορίες που είχαν απαγγελθεί στο πρόσωπό της για απάτη ακίνητης περιουσίας στις ΗΠΑ. Για πολλές μουσουλμάνες και μουσουλμάνους το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: εάν ενστερνιστείς τη σωστή ρητορική, το ευρωαμερικανικό καθεστώς σε ανταμείβει αδρά.

42 Ένας καταξιωμένος Αυστραλός ακαδημαϊκός, για παράδειγμα, έγραψε ότι η λύτρωση της Χούρι έγκειται στο ενδεχόμενο να μεταμορφώθηκε προσωπικά από τη δόλια επιτέλεσή της επειδή η αλήθεια του αγώνα που έδινε ήταν εν τέλει μεγαλύτερη από την εμπρόθετη δράση της απάτης της και την υπερέβαινε. Βλ. McCalman.

43 Η διατύπωση αυτή, η οποία αντανακλάται σε δημοφιλή φεμινιστικά κείμενα, προέρχεται από την εισαγωγή της Κάθα Πόλιτ στον επιμελημένο τόμο Nothing Sacred (σελ. xiv).

44 Το ισλαμικό κίνημα αποτελείται από πολλά διαφορετικά ρεύματα, συμπεριλαμβανόμενου του πολυσυζητημένου αλλά σχετικά περιορισμένου μαχητικού ρεύματος, καθώς και πολιτικά κόμματα βάσης, στόχος των οποίων είναι η διεύρυνση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μέσω του πολιτικού ακτιβισμού και της δημόσιας συμμετοχής. Πολλές φορές, οι προσπάθειες αυτών των κομμάτων ανακόπτονται από τις απολυταρχικές κυβερνήσεις της Μέσης Ανατολής –όπως συνέβη στις αιγυπτιακές εκλογές του 2005, αλλά και παλαιότερα στην Αλγερία, την Τυνησία, την Τουρκία και το Μαρόκο. Παρόλα αυτά, το πιο διευρυμένο ρεύμα του ισλαμικού κινήματος είναι αυτό που κάπως πρόχειρα ονομάζω «κίνημα της ευλάβειας» (σε κάποια μέρη αναφέρεται ως κίνημα ντάουα), το οποίο περιλαμβάνει ένα δίκτυο μη κερδοσκοπικών φιλανθρωπικών οργανώσεων που παρέχουν στους φτωχούς υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας (πολλές φορές μέσα από τα τζαμιά) όπως ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση. Ένας δεύτερος στόχος αυτών των οργανώσεων και ομάδων είναι να κάνουν τους απλούς μουσουλμάνους και μουσουλμάνες πιο ευσεβείς στην καθημερινότητά τους. Αυτές οι ποικίλες τάσεις που εντάσσονται στο ισλαμικό κίνημα διαφέρουν όχι μόνο από την άποψη της κριτικής που ασκούν στη δυτική ηγεμονία και στα μεταποικιοκρατικά κράτη, αλλά και στα κοινωνικά και πολιτικά φαντασιακά που ενστερνίζονται και δημιουργούν. Για αυτό το ζήτημα, βλ. Mahmood, Politics of Piety.

45 Βλ. Chew, και Bahdi.

46 Η κατοχή του Ιράκ από δυτικές δυνάμεις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ έληξε επισήμως το 2011. Έκτοτε, αντίστοιχες στρατιωτικές επεμβάσεις και πολιτικές παρεμβάσεις συνεχίζονται έως και στις μέρες μας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε το 2008. [ΣτΜ]

47 Βλ. Feldman, και Friedman.

48 Σε ένα σημείο της αυτοβιογραφίας της, όπου εγκαινιάζεται ένα πολυκατάστημα Safeway στην Τζέντα, η Κάρμεν δεν μπορεί να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό της και γράφει:
Πλέον μπορούσαμε να αγοράσουμε όλα τα μοντέρνα προϊόντα –και το κάναμε. Γεμίζαμε τα καλάθια το ένα μετά το άλλο με ζελεδάκια και σούπες Campbell, ελβετικό τυρί και σοκολάτες. Στο ψωμί του φούρναρη βρίσκαμε ακόμα μαμούνια –εγώ επέμενα να λέω στον μάγειρά μου να μάθει να ζυμώνει ψωμί– πλέον όμως είχαμε καθαρισμένο ανανά και αληθινό γάλα. Είχαν τη γεύση της προόδου. (σελ. 95, η έμφαση δική μου).

49 Το σημείο αυτό μού θυμίζει τη συγκαταβατικότητα με την οποία περιγράφει τις φοιτήτριές της η Ναφισί στο Reading Lolita in Tehran, θρηνώντας για την ανελευθερία τους. Καθ’ όλη τη διάρκεια, από την αρχή μέχρι το τέλος, παρατηρώ ότι δεν έχουν ξεκάθαρη εικόνα του εαυτού τους· βλέπουν και διαμορφώνουν τους εαυτούς τους μόνο μέσα από τα μάτια των άλλων –η ειρωνεία είναι ότι οι άλλοι είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που απεχθάνονται (σελ. 38).

50 Βλ., για παράδειγμα, Abdo, Deeb, και Mahmood, Politics of Piety.

51 Βλ. Politics of Piety, ιδιαίτερα το κεφ. 1 και τον επίλογο.

52 Για απόψεις παρόμοιες με αυτήν της Ερενράικ, αλλά γραμμένες από ακαδημαϊκές φεμινίστριες, βλ. Nussbaum, Sex and Social Justice, και Okin.

53 Βλ. επίσης Boddy.

54 Για πρόσφατα κείμενα σχετικά με την αντίληψη της εκκοσμίκευσης όχι τόσο ως εγκατάλειψης της θρησκείας, αλλά ως αναδιαμόρφωσής της με βάση συγκεκριμένες αρχές, βλ. Asad, Formations, και Mahmood, «Secularism».

55 Η κριτική αυτή είναι πολύ γνωστή και δεν σκοπεύω να την επαναλάβω εδώ. Βλ., για παράδειγμα, Butler, Bodies that Μatter, και το κεφ. 1 του Mahmood, Politics of Piety, για μια ανακεφαλαίωση αυτών των επιχειρημάτων.

56 Η Ναουάλ αλ Σαντάουι, εξέχουσα Αιγύπτια φεμινίστρια της εκκοσμίκευσης, έχει εκφράσει την ίδια άποψη παρατηρώντας ένα πλακάτ που κρατούσαν Γαλλίδες μουσουλμάνες όταν διαδήλωναν για την απαγόρευση της μαντίλας: «Η μαντίλα είναι δόγμα, δεν είναι σύμβολο». Η Σαντάουι θεώρησε ότι το σύνθημα αυτό εκφράζει την εσφαλμένη συνείδηση των μουσουλμάνων γυναικών που διαδήλωναν, ότι σηματοδοτεί την αφελή συνενοχή τους με την καπιταλιστική συνωμοσία που εμποδίζει τον μουσουλμανικό κόσμο να αποκτήσει «πραγματική πολιτική συνείδηση». Για μια ακόμη φορά, η οποιαδήποτε ανησυχία για το θρησκευτικό δόγμα δεν μπορεί παρά να αποτελεί τέχνασμα ενός επιχειρήματος σαν αυτό, που αποσκοπεί στην υλική ισχύ.

57 Εκτός από τα δικά μου κείμενα, βλ. Fernando, και Scott, Politics.

58 Για μια εκτενή ανάλυση της απειλής που θέτουν οι παραδοσιακές μουσουλμάνες και μουσουλμάνοι στα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και στον «δυτικό τρόπο ζωής», βλ. Benard.

59 Αυτό είναι αρκετά ειρωνικό, κάτι που αξίζει να σκεφτούμε, όμως, είναι η ένταση που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτήν την πολιτική προώθησης της φιλελεύθερης θρησκευτικότητας στη Μέση Ανατολή και στην ενεργητική προώθηση μιας συγκεκριμένης μορφής ευαγγελικού χριστιανισμού που κάνει ο Λευκός Οίκος του Μπους στις ΗΠΑ. Όπως έχω υποστηρίξει στο «Secularism», αυτές οι φαινομενικά αντίθετες τάσεις πρέπει να αναλύονται ως κομμάτι της εκκοσμίκευσης στις μέρες μας –και ιδιαίτερα της αντίληψης ότι η εκκοσμίκευση δεν συνιστά απλώς την εκκένωση της θρησκείας από την πολιτική, αλλά την αναδιαμόρφωσή της.

60 Για μια ανασκόπηση των λόγων που έχει βγάλει ο Οσάμα μπιν Λάντεν και των πολιτικών του στόχων, βλ. Glass.

Βιβλιογραφία

Abdo, G. (2002). No god but god: Egypt and the triumph of Islam. Νέα Υόρκη: Oxford University Press.

Abdo, G. & Lyons, J. (2004). Answering only to god: Faith and freedom in twenty-first century Iran. Νέα Υόρκη: Henry Holt.
 

Ahmed, L. (1992). Women and gender in Islam: Historical roots of a modern debate. Νιου Χέιβεν: Yale University Press.

Alam, F. (24 Ιουλίου 2006). Enemy of faith. New Statesman, σελ. 54-55.

Alloula, M. (1986). The colonial harem. Μινεάπολη: University of Minnesota Press.
 
Amara, F. (2004). Ni putes ni soumises. Παρίσι: La Découverte.
 
Amara, F. & Abdi, M. (2006). Ni putes ni soumises, le combat continue. Παρίσι: Seuil.
 
Asad, T. (1990). Ethnography, literature and politics: some readings and uses of Salman Rushdie’s The satanic verses. Cultural Anthropology, 5(3), σελ. 239-270.
 
Asad, T. (2003). Formations of the secular: Christianity, Islam, modernity. Στάνφορντ: Stanford University Press.
 
Atwood, M. (φθινόπωρο 2003). A book lover’s tale: A literary life raft on Iran’s fundamentalist sea. Amnesty International Magazine. Διαθέσιμο στο: http://www.amnestyusa.org/magazine/fall_2003/.
 
Bahdi, R. (καλοκαίρι 2002). Iraq, sanctions, and security: A critique. Duke Journal of Gender, Law, and Policy, 9(1), σελ. 237-252.
 
Bahramitash, R. (2006). The war on terror, feminist orientalism, and oriental feminism: Case studies of two North American bestsellers. Critique: Critical Middle Eastern Studies, 14 (2), σελ. 223-237.
 
Bellil, S. (2003). Dans l’ enfer des tournantes. Παρίσι: Gallimard.
 
Benard, Ch. (2003). Civil democratic Islam: Partners, resources, strategies. Πίτσμπεργκ: Rand Corporation.
 
Berger, J. (25 Μαρτίου 2006). Muslim woman’s critique of custom. New York Times, σελ. B7.
 
Berger, J. (15 Νοεμβρίου 1988). Scholars attack campus “radicals”. New York Times, σελ. 22.
 
Bin Laden, C. (2004). Inside the kingdom: my life in Saudi Arabia. Νέα Υόρκη: Warner.
 
Boddy, J. (2007). Civilizing women: British crusades in colonial Sudan. Πρίνστον: Princeton University Press.
 
Brown, W. (2006). Regulating aversion: tolerance in the age of identity and empire. Πρίνστον: Princeton University Press.
 
Brown, W. (1995). States of injury: Power and freedom in late modernity. Πρίνστον: Princeton University Press.
 
Brown, W. (2000). Suffering rights as paradoxes. Constellations, 7(2), σελ. 208-229.
 
Butler, J. (1993). Bodies that matter: On the discursive limits of “sex”. Νέα Υόρκη: Routledge.
Chew, H. A. (24 Μαρτίου 2005). Occupation is not (women’s) liberation. Znet. Διαθέσιμο στο: http://www.zmag.org/ (Τελευταία ανάκτηση στις 26/8/2006).
 
Collins, P. H. (1981). Black feminist thought. Νέα Υόρκη: Routledge.
 
Crossette, B. (4 Νοεμβρίου 2001). Militancy: Living in a world without women. New York Times, σελ. Δ1.
 
Dabashi, H. (1-7 Ιουνίου 2006). Native informers and the making of the American empire. AlAhram Weekly Online. Διαθέσιμο στο: http://weekly.ahram.org.eg/2006/ (Τελευταία ανάκτηση στις 24/8/2006).
 
Dark secrets: A critic of Islam (10 Φεβρουαρίου 2007). The Economist. Διαθέσιμο στο:
 
Deeb. L. (2006). The pious modern. Πρίνστον: Princeton University Press.
 
Djavann, Ch. (2003). Bas les voiles! Παρίσι: Nouvelle revue française.
 
Ehrenreich, B. (29 Ιουλίου 2004). The new macho feminism. New York Times, σελ. 19.
 
Feldman, N. (30 Ιουλίου 2006). The way we live now: The only exit strategy left. New York Times, σελ. 9.
 
Fernando, M. (2006). “French citizens of Muslim faith”: Islam, secularism, and the politics of difference in contemporary France. (Διδακτορική διατριβή). University of Chicago, Σικάγο.
 
Friedman, Th. (14 Ιουλίου 2006). The kidnapping of democracy. New York Times, σελ. 19.
 

Ghoreishi, A. (Σεπτέμβριος 2002). Where is Iran headed? Strategic Insights, 1(7). Διαθέσιμο στο:http://www.cc.nps.navy.mil/si/sept02/ (Τελευταία ανάκτηση στις 7/3/2007).

Glass, Ch. (Μάρτιος 2006). What Osama said. London Review of Books, 28(2), σελ. 14-18.

 
Gole, N. (1996). The forbidden modern: Civilization and veiling. Ανν Άρμπορ: University of Michigan Press.
 
Hersh, S. (17 Απριλίου 2006). Annals of national security: The Iran plans. New Yorker, σελ. 30-37.
 
Hersh, S. (21 Αυγούστου 2006). Annals of national security: Watching Lebanon. New Yorker, σελ. 28-33.
 

Hirschkind, Ch. & Mahmood, S. (2002). Feminism, Taliban and the politics of counterinsurgency. Anthropological Quarterly, 75(2), σελ. 339-354.

Hirsi, A. A. (2006). The caged virgin: An emancipation proclamation for women and Islam. Νέα Υόρκη: Free Press.

Hitchens, Ch. (22 Μαΐου 2006). Dutch courage: Holland’s latest insult to Ayaan Hirsi Ali. Slate. Διαθέσιμο στο: http://www.slate.com (Τελευταία ανάκτηση στις 28/8/2006).

Hoodfar, H. & Assadpour, S. (2000). The politics of population policy in the Islamic republic of Iran. Studies in Family Planning, 31(1), σελ. 19-34.
 
hooks, b. (1990). Yearning: Race, gender, and cultural politics. Βοστόνη: South End.
 
Keshavarz, F. (2007). Jasmine and stars: Reading more than Lolita in Tehran. Τσάπελ Χιλ: University of North Carolina Press.
 
Khouri, N. (2002). Forbidden love: A harrowing story of love and revenge in Jordan. Νέα Υόρκη: Khouri, N. (2003). Honor lost: Love and death in modern-day Jordan. Νέα Υόρκη: Simon and Schuster.
 
Koch, T. & Whittaker, P. (10 Αυγούστου 2004). With friends in high places, Khouri to defend her honour. The Australian, σελ. 1.
 
Kremmer, J. (3 Αυγούστου 2004). A “true life” memoir of an honor killing unravels in Australia. Christian Science Monitor, σελ. 1.
 
Kuper, S. (27 Μαρτίου 2004). Of all things European: Guru of the week big thoughts in brief Ayaan Hirsi Ali. Financial Times Weekend Magazine. Διαθέσιμο στο: http://search.ft.com (Τελευταία ανάκτηση στις 8/3/2007).
 
Lalami, L. (19 Ιουνίου 2006). The missionary position. The Nation. Διαθέσιμο στο: http://www.thenation.com (Τελευταία ανάκτηση στις 2/9/2006).
 
Larson, J. (3 Αυγούστου 2003). Iran: A model for family planning. Globalist. Διαθέσιμο στο: http://www.theglobalist.com. (Τελευταία ανάκτηση στις 20/1/2006).
 
Lazreg, M. (1994). The eloquence of silence: Algerian women in question. Νέα Υόρκη: Routledge.
 
Leaders and revolutionaries. (18 Απριλίου 2005). Time. Διαθέσιμο στο: http://www.time.com/ (Τελευταία ανάκτηση στις 7/3/2007).
 
Legge, K. (31 Ιουλίου 2004). Hoaxer so hard to read. Weekend Australian, σελ. 1.
 
Leila (2004). Mariée de force. Παρίσι: OH! Editions.
 
Living with Islam: The new Dutch model (2 Απριλίου 2005). Economist, σελ. 24-26.
 
Luhmann, N. (1995). Social systems. Στάνφορντ: Stanford University Press.
 
MacKinnon, C. (1987). Feminism unmodified: Discourses on life and law. Κέμπριτζ: Harvard University Press.
 
MacKinnon, C. (1996). Only words. Κέμπριτζ: Harvard University Press.
 
Mahmood, S. (2005). Politics of piety: The Islamic revival and the feminist subject. Πρίνστον: Princeton University Press.
 
Mahmood, S. (2006). Secularism, hermeneutics, and empire: The politics of Islamic reformation. Public Culture, 18 (2), σελ. 323-347.
 
Mani, L. (1998). Contentious traditions: The debate on Sati in colonial India. Μπέρκλεϊ: University of California Press.
 
Manji, I. (5 Αυγούστου 2006). Don’t be fooled by the fanatics. Times. Διαθέσιμο στο: http://www.timesonline.co.uk/ (Τελευταία ανάκτηση στις 30/8/2006).
 
Manji, I. (18 Μαρτίου 2006). How I learned to love the wall. New York Times, σελ. Α15.
 
Manji, I. (2004). The trouble with Islam: A Muslim’s call for reform in her faith. Νέα Υόρκη: St. Martin’s.
 
McCalman, I. (4 Αυγούστου 2004). The empty chador. New York Times, σελ. A17.
 
Mearsheimer, J. & Walt, S. (2006). The Israel lobby. London Review of Books, 28(6). Διαθέσιμο στο: http://www.lrb.co.uk/v28/no6/ (Τελευταία ανάκτηση στις 1/8/2006).
 
Meliane, L. (2004). Vivre libre!. Παρίσι: OH! Editions.
 
Moors, A. (2005). Submission. ISIM Newsletter 15, σελ. 8-9, Διαθέσιμο στο: http://isim.nl/files/review_15/ (19/1/2007).
 
Mydans, S. (1 Φεβρουαρίου 2003). A friendship sundered by Muslim code of honor. New York Times, σελ. A4.
 
Nafisi, A. (2003). Reading Lolita in Tehran. Νέα Υόρκη: Random.
 
Najmabadi, A. (1998). Feminism in an Islamic republic. Στο Y. Haddad & J. Esposito (επιμ.), Islam, Gender and Social Change (σελ. 59-84). Νέα Υόρκη: Oxford University Press.
 
Najmabadi, A. (1995). “Salha-yi usrat, salha-yi ruyish”: niagarish’ ha-yi zanvaranah dar jumuri-Islami-i Iran [“Years of hardship, years of growth”: Feminist reinterpretations in the Islamic republic of Iran. Kankash, 12, σελ. 171-206.
 
Najmabadi, A. (26 Οκτωβρίου 1995). Secular, feminist and Muslim? Institute for research on women and gender, Columbia University.
 
Najmabadi, A. (1998). “Years of hardship, years of growth”: Feminisms in an Islamic republic. Στο Y. Haddad & J. Esposito (επιμ.) Islam, gender, and social change (σελ. 59-84). Νέα Υόρκη: Oxford University Press.
 
Nussbaum, M. (1997). Cultivating humanity: A classical defense of reform in liberal education. Κέμπριτζ, Μασαχουσέτη: Harvard University Press.
 
Nussbaum, M. (22 Φεβρουαρίου 1999). The professor of parody. New Republic, σελ. 37-45.
 
Nussbaum, M. (1999). Sex and social justice. Νέα Υόρκη: Oxford University Press.
 
Okin, S. (1999). Is multiculturalism bad for women? Πρίνστον: Princeton University Press.
 
Pollitt, K. (2002). Introduction. Στο B. Reed (επιμ.), Nothing sacred: Women respond to fundamentalism and terror (σελ. ix-xviii). Νέα Υόρκη: Nation Books.
 
Porterfield, T. (1994). Western view of oriental women in modern painting and photography. Στο S. Mikdadi Nashashibi (επιμ.), Forces of change: Artists of the Arab world (σελ. 58-71). Ουάσινγκτον: The National Museum of Women in the Arts.
 
Rich, A. (1986). Notes toward a politics of location. Στο A. Rich, Blood, Bread, and Poetry: Selected Prose, 1979-85 (σελ. 210-231). Νέα Υόρκη: Norton.
 
Saadawi, N., al-. (22-24 Ιανουαρίου 2004). An unholy alliance. AlAhram Weekly, Διαθέσιμο στο: http://weekly.ahram.org.eg/2004/ (Τελευταία ανάκτηση στις 9/3/2007).
 
Salamon, J. (8 Ιουνίου 2004). Author finds that with fame comes image management. New York Times, σελ. E1.
 
Scott, J. W. (2007). The politics of the veil. Πρίνστον: Princeton University Press.
 
Souad, M.-T. C. (2003). Brûlée vive. Παρίσι: OH! Editions.
 
Spivak, G. (1998). In other worlds: Essays in cultural politics. Νέα Υόρκη: Routledge.
 
Sullivan, A. (25 Ιανουαρίου 2004). Decent exposure. New York Times Book Review, σελ. 10.
 
Walker, J. & Hedley, Th. (31 Ιουλίου 2004). Clues written in sands of hindsight. Courier Mail, σελ. 1. Κουίνσλαντ, Αυστραλία.

Bιογραφικό

Η Σάμπα Μαχμούντ (3 Φεβρουαρίου 1961-10 Μαρτίου 2018), καθηγήτρια ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια ασχολούνταν με την πολιτική στις μεταποικιοκρατικές κοινωνίες. Εστιάζοντας στην κυριαρχία, τη διαμόρφωση των υποκειμένων, τον νόμο και το φύλο, αμφισβήτησε τον διαχωρισμό ανάμεσα στην ελευθερία και τη μη ελευθερία, τη θρησκευτικότητα και την κοσμικότητα και την εμπρόθετη δράση και την υποταγή.

Η Ουρανία Τσιάκαλου είναι μεταφράστρια η οποία ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία, Μετάφραση και Μεταφρασεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ασχολείται κυρίως με τη μετάφραση θεωρίας, ανθρωπολογίας και εθνογραφίας. Επίσης, διδάσκει αγγλικά από το 2008.

Πρωτότυπη δημοσίευση:
Saba Mahmood, 2008,  “Feminism, Democracy and Empire: Islam and the War of Terror”, στο Women Studies at the Edge, επιμ. Joan Wallach Scott,  Ντάραμ: Duke University Press, σελ. 81-114.
 
 
This text is exempt from creative commons license