Φαλλογοκεντρισμός και η αναπαραγωγή της πολιτικής οικονομίας του φόβου στην Τουρκία

Φαλλογοκεντρισμός και η αναπαραγωγή της πολιτικής οικονομίας του φόβου στην Τουρκία

Ειρήνη Αβραμοπούλου

τεύχος 2            κατεβάστε το pdf

Περίληψη: Εστιάζοντας στην προεκλογική περίοδο της Τουρκίας το 2018, το άρθρο αυτό αναλύει την πολιτική ατμόσφαιρα της έκτακτης ανάγκης που δημιουργήθηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα τον Ιούλιο του 2016 και το οποίο οδήγησε σε νομικές διώξεις και τη φυλάκιση εκατοντάδων ανθρώπων, όπως και την απαγόρευση της λειτουργίας μέσων μαζικής ενημέρωσης, εκδοτικών οίκων, συνδικάτων κ.ο.κ. Συνδέοντας την ατμόσφαιρα αυτή με τον εξαιρετικά προβληματικό διαχωρισμό μεταξύ των λεγόμενων «κεμαλιστών» και «ισλαμιστών» που συνήθως υιοθετείται ως ένα έγκυρο και κανονικοποιημένο πλαίσιο κατανόησης και ανάλυσης της πολιτικής κατάστασης στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια, υιοθετείται η έννοια του φαλλογοκεντρισμού προκειμένου να ασκηθεί κριτική σε αυτόν τον διαχωρισμό που ενέχει βαθιά δυτικοκεντρικές και οριενταλιστικές συνδηλώσεις. Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι η αντιπαράθεση αυτή ενισχύεται ταυτόχρονα και από την κυβέρνηση του Recep Tayyip Erdoğan αναπαράγοντας την νομιμοποίηση της άσκησης βίας μέσω της διακυβέρνησης, ενώ η διατήρηση και παραγωγή του φόβου μετατρέπεται σε βιοπολιτική άσκηση ελέγχου του έθνους, όπως και σε μέσο αποσιώπησης άλλων πολιτικών ωσμώσεων και αντιστάσεων.

 

Λέξεις κλειδιά:

'ισλαμισμός, 'κεμαλισμός', αντίσταση, οικονομία του φόβου, φαλλογοκεντρισμός

Η κήρυξη της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που επίσημα ανακοινώθηκε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, στις 15 Ιουλίου του 2016, επισφράγισε πράγματι μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει με έναν πιο ήπιο τρόπο νωρίτερα. Πλέον, η κατάσταση βρίσκεται στο απόγειο. Πάνω από 100.000 δημόσιοι υπάλληλοι απολύθηκαν, ενώ κάπου 9.000 ακαδημαϊκοί και ερευνητές/τριες έχασαν τη δουλειά τους, έκλεισαν 15 πανεπιστήμια, όπως και πάνω από 180 μέσα μαζικής ενημέρωσης και ΜΚΟ, 19 συνδικαλιστικές οργανώσεις και 148 δημοσιογραφικοί οργανισμοί και εκδοτικοί οίκοι απαγορεύτηκαν, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί, συμπεριλαμβανομένου και του Selahattin Demirtaş, αρχηγού του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, και των βουλευτών του, και επιβλήθηκαν ταξιδιωτικές απαγορεύσεις. Ταυτόχρονα, η (αυτο)λογοκρισία κυριαρχεί σε ένα κλίμα αυξανόμενης κοινωνικής πόλωσης και καθημερινής τρομοκρατίας (στο όνομα της προστασίας της χώρας από τρομοκράτες). Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, θεωρώ εξαιρετικά επείγουσα την ανάγκη για μια ουσιαστική συζήτηση που να επανατοποθετεί και να επαναπροσδιορίζει τις φαντασιακές μας επενδύσεις απέναντι στη γείτονα χώρα που πολλές φορές τροφοδοτούνται, άμεσα ή έμμεσα, είτε από δυτικοκεντρικές υποθέσεις προστασίας της κοσμικότητας του πολιτεύματος, είτε από οριενταλιστικά ή εξωτικοποιημένα στερεότυπα για το Ισλάμ, χάνοντας το τι πραγματικά γίνεται ή το τι δυναμικές παράγονται στον ενδιάμεσο χώρο. Σε αυτό ακριβώς θα ήθελα να επικεντρωθώ στο παρόν κείμενο.

Μια πρόσφατη δημοσίευσή μου στα Σύγχρονα Θέματα (Αβραμοπούλου 2017) είχε στόχο να εξηγήσει ότι τόσο η ρητορική όσο και η λειτουργία της κήρυξης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης έχει φύλο με την έννοια ότι η εξουσία δεν μπορεί να είναι άφυλη. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι, μετά την προσπάθεια «πραξικοπήματος» στους φαντασιακούς εχθρούς του έθνους συμπεριλήφθηκαν οι ΛΟΑΤΚΙ ακτιβιστές και οι φεμινιστικές ομάδες, όπως και οποιοσδήποτε και οποιαδήποτε, δηλαδή, παρεκκλίνει από το σχήμα μιας κανονικοποιημένης, πατριαρχικής, εθνικιστικής και θρησκευτικής πολιτότητας. Αυτό, όμως, αν και γίνεται με ένα πρωτοφανή αυταρχικό τρόπο, δεν είναι κάτι καινούργιο, όπως και θα εξηγήσω στη συνέχεια.

Ως παράδειγμα, χρησιμοποίησα την ανακοίνωση της απαγόρευσης (στις 18 Νοεμβρίου 2017, Διεθνή Ημέρα Τρανς* Μνήμης) στην Άγκυρα όλων των εκδηλώσεων που μπορεί να έχουν κάποιο περιεχόμενο σχετικό με ΛΟΑΤΚΙ θέματα. Η απαγόρευση βασίστηκε στην αιτιολογία ότι αυτές οι εκδηλώσεις μπορεί να «προκαλέσουν μίσος και επιθετικότητα μεταξύ των ανθρώπων», εννοώντας ότι θα εγείρουν τα ομοφοβικά αισθήματα του λαού και άρα εμφανίζεται το κράτος εδώ ως «προστάτης» που έρχεται να διασφαλίσει τα δικαιώματα εκείνων που μπορεί να ταραχθούν από την δημόσια ύπαρξη ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, και να προστατέψει τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα απαγορεύοντας τη δημόσια παρουσία και ύπαρξη τους εν γένει. Ο διαστρεβλωτικός χαρακτήρας αυτής της απαγόρευσης, ή η λογική του παραλόγου πάνω στην οποία βασίζεται όταν έρχεται να «προστατεύσει» την ανθρώπινη ζωή που χρήζει προστασίας στοχοποιώντας την, δεν είναι τυχαία. Πάνω στην ίδια λογική της διαστρέβλωσης, πάτησε και το κυνήγι εκείνων που συμμετείχαν στην καμπάνια υπογραφών των «Ακαδημαϊκών για την ειρήνη». Μέσα από μια λογική παραλογισμού και πάλι κάποιοι/ες που έκαναν έκκληση για ειρήνη και διάλογο σχετικά με το Κουρδικό, κατηγορούνται πλέον ως τρομοκράτες/τισσες.

Στο κείμενο αυτό θα ήθελα να επιμείνω λίγο παραπάνω στη λειτουργία αυτού του τύπου μηχανισμού διακυβέρνησης. Η διαπίστωση ότι η εξουσία έχει φύλο μάς παρακινεί πρακτικά να σκεφτούμε το πώς συμπράττουν διαφορετικοί εξουσιαστικοί μηχανισμοί. Όπως θέλω να υποστηρίξω, οι μηχανισμοί αυτοί στηρίζονται μεν σε σενάρια και πρακτικές διακυβέρνησης μέσω της ηγεμονίας, του νεοφιλελευθερισμού και της αυταρχικότητας (πολλές φορές στο όνομα της δημοκρατίας), αλλά ουσιαστικά νομιμοποιούνται και διαχέονται κοινωνικά μέσα από τη βιοπολιτική λειτουργία του φόβου η οποία και πηγάζει από μια φαλλογοκεντρική επένδυση νοήματος.

Επομένως, έχει σημασία να κατανοήσουμε το πώς αναπαράγεται και διαχέεται κοινωνικά ο φόβος μέσα από την παραγωγή ενός κυρίαρχου και κλειστού νοηματικού σχήματος. Εξάλλου, μια από τις πιο σημαντικές λειτουργίες του φαλλογοκεντρισμού1 είναι η αποίκηση των σημείων του λόγου, το κλείδωμα του νοήματος μεταξύ δυο αντιθετικών πόλων/πλευρών (ενεργητικού/παθητικού, θύματος/θύτη) και η κοινωνική νομιμοποίηση αυτού του κυρίαρχου λόγου μέσα από την αποδοχή, από την κοινή λογική, της φαλλικότητας της εξουσίας, όπως και της τιμωρητικής παρέκκλισης από αυτήν.

Πιο συγκεκριμένα, αναφέρομαι σε μια –κατά τη γνώμη μου– αρκετά προβληματική αλλά και κυρίαρχη ανάλυση που επιμένει να αντιλαμβάνεται την πολιτική κατάσταση στην Τουρκία ως μια αντιπαράθεση μεταξύ «ισλαμιστών» και «κεμαλιστών», οδηγώντας σε έναν νοηματικό εγκλωβισμό και χάνοντας έτσι τα σημεία σύγκλισης μεταξύ τους, όπως και τη δυνατότητα άρθρωσης ενός κριτικού πολιτικού λόγου. Χωρίς να είναι ταυτόσημη η ρητορική που υιοθετούν, όπως και οι ιδεολογίες που αναπαράγουν, έχουν ένα κοινό σημείο: κλειδώνουν το νόημα μέσα από τη δική τους διένεξη την οποία και παρουσιάζουν ως τη μοναδική που έχει αναλυτική και πολιτική σημασία. Πώς γίνεται αυτό;

 

Ο κλειστός λόγος και η αέναη επιτέλεση της αντιπαράθεσης μεταξύ «ισλαμιστών» και «κεμαλιστών»

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της λειτουργίας του φαλλογοκεντρισμού αποτελεί η σειρά συζητήσεων που προκάλεσε η έναρξη των διαδικασιών για την αλλαγή του Συντάγματος του 1982, όπως αυτές εξελίχθηκαν όταν το AKP (Adalet ve Kalkınma Partisi/Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) κέρδισε τις εκλογές τον Ιούλιο του 2007. Καταρχάς, δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από το 2008, όταν o Ερντογάν ανήγγειλε ότι θα προχωρήσει στην τροποποίηση κάποιων άρθρων του Συντάγματος, αυτό έγινε στο όνομα της «προστασίας των θρησκευόμενων γυναικών» προκειμένου να τους διασφαλίσει πρόσβαση στην εκπαίδευση και την εργασία.2 Το πιο σημαντικό, όμως, επί της ουσίας ήταν η θεατρικοποίηση του αγώνα για κυριαρχία μεταξύ της κυβέρνησης και του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ενώ η διαμάχη αυτή πλαισιώθηκε από την προβολή μιας επιτηδευμένης ανάγκης για διασφάλιση έμφυλων δικαιωμάτων.

Οι εξαγγελίες του Ερντογάν αμέσως κινητοποίησαν τα φοβικά αντανακλαστικά των «κεμαλιστών» που είχαν προβλέψει την απειλή ισλαμοποίησης της χώρας. Μετά από έκκληση του CHP (Cumhuriyet Halk Partisi/Δημοκρατικό Κόμμα του Λαού) παρενέβη το Συνταγματικό Δικαστήριο που ακύρωσε τις τροπολογίες και επιπρόσθετα άνοιξε μια υπόθεση που για πρώτη φορά έθετε κυβερνόν κόμμα με μεγάλη κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε κίνδυνο διάλυσης, καθώς 71 αξιωματούχοι του κόμματος, συμπεριλαμβανομένων του Προέδρου και του Πρωθυπουργού, θα μπορούσαν να αποκλειστούν από οποιαδήποτε πολιτική δραστηριότητα για πέντε χρόνια, μετά από αίτημα του Εισαγγελέα του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εφετών. Η απόφαση αυτή πόλωσε για μια ακόμα φορά την ήδη διχασμένη κοινωνία. Στην υπεράσπισή του, βέβαια, το AKP υπενθύμισε στο δικαστήριο (και στον κόσμο) ότι είχε κερδίσει τη δημόσια ψήφο μέσα από την προώθηση των ατομικών δικαιωμάτων, την καταπολέμηση των ανισοτήτων και των διακρίσεων, την υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου, καθώς και την ένταξη της κοινωνίας στην παγκόσμια οικονομία –ένα λεξιλόγιο που είχε την ίδια απήχηση και στους «κοσμικούς».

Και ενώ ο φόβος διάδοσης του ισλαμισμού πρωτοστατούσε στην ατζέντα της πολιτικής διένεξης που διεξήγαγε το CHP εναντίον του AKP, ένα χρόνο νωρίτερα είχε ξεσπάσει το σκάνδαλο της Εργκένεκον. Υπό τη σκιά του φόβου ενός πιθανού πραξικοπήματος το 2007 εναντίον της κυβέρνησης του Ερντογάν, φυλακίστηκαν εκατοντάδες άνθρωποι και οδηγήθηκαν σε δίκες επικεφαλής του στρατού, αστυνομικοί, όπως και πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ακαδημαϊκοί, επιχειρηματίες και άλλοι, σε μια κίνηση που ερμηνεύτηκε ως προσπάθεια «ξεκαθαρίσματος» του «παλαιού φιλοκεμαλικού» καθεστώτος.

Ακόμα και τώρα, η διένεξη αυτή συνεχίζει να κλειδώνει το πολιτικό νόημα καθώς οι πολιτικές συγκυρίες που οδήγησαν στην πρόσφατη αλλαγή του Συντάγματος (πχ. Γκεζί, «πραξικόπημα», δημοψήφισμα), αναλύονται μέσα από μια διττή ρητορική. Από τη μια έρχεται να επιβεβαιωθεί η προφητεία (των κεμαλιστών και Ευρωπαίων) περί ισλαμοποίησης της κοινωνίας ενώ ταυτόχρονα αναφέρονται στον Ερντογάν ως «Σουλτάνο» τοποθετώντας τον και στις δύο περιπτώσεις σε έναν «οπισθοδρομικό» (Ισλάμ) και σε έναν παρελθοντικό χωροχρόνο (Οθωμανική Αυτοκρατορία).3 Αυτή η ερμηνεία έχει ως αποτέλεσμα να απονομιμοποιεί και να εκτοπίζει χρονικά την πολιτική κατάσταση στην Τουρκία επιφέροντας ταυτόχρονα μια βαθιά αποπολιτικοποίηση των εξελίξεων. Στο πλαίσιο αυτό η Τουρκία εμφανίζεται στερεοτυπικά και οριενταλιστικά ως μια χώρα που δεν έχει καμία σχέση με τα δημοκρατικά προτάγματα της νεωτερικότητας και του δυτικού κόσμου. Με άλλα λόγια, η φαντασιακή επένδυση πάνω σε αυτό που θεωρείται «δυτικό» συνεπάγεται ότι «εκεί», δηλαδή σε αυτόν τον φαντασιακό χωροχρόνο που λέγεται Δύση, οι άνθρωποι δεν υφίστανται αδικίες και πολιτική χειραγώγηση, ενώ ο συντηρητισμός, η πατριαρχία, η θρησκοληψία, ο φασισμός και το παράλογο δίνουν τη θέση τους στην επικράτηση της δικαιοσύνης, του ορθού λόγου, της λογικής διαπραγμάτευσης και της εκλογίκευσης.4 Από την άλλη πλευρά, οι αναλύσεις που παρουσιάζουν τον Ερντογάν ως τον νέο Κεμάλ Ατατούρκ έρχονται να επικυρώσουν ακριβώς το ίδιο πράγμα ότι δηλαδή το πολιτικό παιχνίδι μπορεί να παιχθεί μόνο μεταξύ αυτών των δύο ηγεμονικών εξουσιών που συνεχώς απειλούν η μια την άλλη.

Ακόμα και αν κάποιος παρακολουθήσει την κατά κάποιο τρόπο πιο μετριοπαθή προεκλογική εκστρατεία του Muharrem Ince (από το CHP) το τελευταίο διάστημα που προσπαθεί να γεφυρώσει τα αγεφύρωτα εθνικιστικά και μιλιταριστικά αντανακλαστικά του CHP, θα μπορούσε κάποιος/α να αναρωτηθεί εύστοχα πως θα μπορούσε να επηρεαστεί το πολιτικό συλλογικό φαντασιακό τώρα αφού έχει ήδη δομηθεί πάνω στην κατασκευή συγκεκριμένων «εχθρών και φίλων», στην απονομιμοποίηση του Άλλου ως ριζικής ετερότητας και στον αέναο φόβο απέναντι σε αυτή την ετερότητα.

 

Η βιοπολιτική διακυβέρνηση μέσω της αναπαραγωγής του φόβου

Υπό το κλίμα πλήρους ανασφάλειας και ασάφειας σχετικά με το τι σύστημα θα επικρατήσει τελικά μεταξύ των προεδρικών και κοινοβουλευτικών εκλογών το καλοκαίρι του 2018 και ενώ ήδη στις 14 Ιουνίου του 2018 πέθαναν πέντε άνθρωποι και τραυματίστηκαν βαριά εννιά στην περιοχή Σουρούτς, ο υποψήφιος με το AKP, Ibrahim Halil Yildiz έκανε προεκλογική εκστρατεία κυκλοφορώντας με όπλα και με συμπεριφορά τοπικής μαφίας,5 κάτι το οποίο η κυβέρνηση νομιμοποιούσε πολιτικά ήδη με τον αντίστοιχα βίαιο τρόπο που ο χλευαστικός λόγος των προεκλογικών εξαγγελιών του ίδιου του προέδρου του AKP πρόδιδε. Εξάλλου, είναι πλέον συνήθης η πρακτική του Ερντογάν να καταφέρνει να αντλεί κύρος ακόμα και όταν, ή ειδικά όταν, του αντιστέκονται. Μιλώντας στην Άγκυρα και απευθυνόμενος στους υποστηριχτές του AKP είπε ότι οι αντίπαλοί του έχουν μόνο μία έγνοια, δηλαδή να τον καταστρέψουν. «Εάν μια μέρα το έθνος μάς πει ‘αρκετά’, τότε θα αποχωρήσουμε», είπε σε μια προεκλογική ομιλία του στην Άγκυρα απευθυνόμενος στους υποστηρικτές του.

Το «TAMAM» που κάλεσε το έθνος να πει και που σημαίνει εδώ «ΑΡΚΕΤΑ-ΦΤΑΝΕΙ», έγινε βάιραλ στο Twitter φτάνοντας μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τα 450.000 μηνύματα.6 Καλώντας το έθνος, με τρόπο κυριαρχικό και ταυτόχρονα κυνικό, να του βάλει φρένο στις πολιτικές του αποφάσεις, στέλνοντάς του ένα μήνυμα απονομιμοποίησης της πολιτικής του ηγεσίας, τελικά τους εγκαλούσε στην τάξη. Με άλλα λόγια, το κάλεσμα αυτό ήταν μια χειριστική χειρονομία, μια άμεση ιδεολογική έγκλιση, που στόχο είχε να τεστάρει το ποιοι είναι αυτοί που μπορεί να συνεχίζουν να μην εντάσσονται στο «έθνος», ή πιο συγκεκριμένα στον εθνικό κορμό που προσπαθεί να συγκροτήσει. Επομένως, το κάλεσμα αυτό λειτούργησε και πάλι ως άλλος ένας τρόπος επιβεβαίωσης της ανάγκης για μεγαλύτερη άσκηση κυριαρχίας μέσω της καταστολής, εφόσον η ηγεμονία του φάνηκε να παραμένει εύθραυστη απέναντι στους μη πιστούς του έθνους (του) που πληκτρολόγησαν αυτόματα αυτή τη λέξη στο διαδίκτυο. Επιβεβαιώνοντας ότι συνεχίζει να υπάρχει αντίσταση από ένα κόσμο που δεν ανήκει ακόμα στην πολιτική επικράτεια της ηγεσίας του Ερντογάν, επιβεβαιώθηκε εν τέλει η ανάγκη να υπάρξουν μηχανισμοί μεγαλύτερης καταστολής, νομιμοποιώντας τον εκφοβισμό σε ένα πλαίσιο προεκλογικής εκστρατείας.

Ταυτόχρονα, ο ίδιος συνεχίζει να αντλεί κύρος ακόμα και όταν η οικονομία στηρίζεται εδώ και καιρό σε μια φούσκα οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας ενώ η λίρα πέφτει κατακόρυφα. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική διακυβέρνηση του Ερντογάν στηρίζεται στη χειραγώγηση του πληθυσμού μέσα από την απορρόφηση των αντιφάσεων και τη διάχυση ενός ευρύτερου φόβου που προέρχεται από την ολοένα και αυξανόμενη οικονομική επισφάλεια, η οποία σχετίζεται με την απειλή κατάρρευσης του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης το οποίο και επέτρεψε στον Ερντογάν να κυριαρχήσει ηγεμονικά στο πολιτικό προσκήνιο ήδη από τις αρχές του 2000. Πιο συγκεκριμένα, ήδη από το 2003 η ρητορική που του εξασφάλισε τότε, αλλά και στη συνέχεια, την εκλογική επιτυχία, στηριζόταν σε μια παραπλανητική εξαγγελία ότι θα στηρίξει την περιφέρεια και τις φτωχογειτονιές έναντι των μεγαλοαστικών κέντρων, εμφανίζοντάς τον τότε ως τον εν δυνάμει προστάτη των αδύναμων πληθυσμών, παρά την εκ των υστέρων ταύτισή του με το λεγόμενο νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης των «παγκόσμιων πόλεων» όπου επικρατεί η υπερεπένδυση στην υψηλή τεχνολογία, την εκβιομηχάνιση και τον αστικό εξευγενισμό –ένα μοντέλο που ήταν ήδη κυρίαρχο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ήταν ακριβώς η επιτυχία του μοντέλου αυτού που επέτρεψε στο AKP να διεισδύσει τόσο στις συντηρητικές θρησκευόμενες φτωχογειτονιές της εργατικής τάξης όσο και στους κύκλους της ελίτ των υποστηρικτών της αντιπολίτευσης, και, μέσα από την υιοθέτηση μιας εύκολα μεταφράσιμης σε κοινωνική ευημερία νεοφιλελεύθερης γλώσσας, να καταφέρει να αντλήσει ψηφοφόρους και οπαδούς και από τα δύο «στρατόπεδα», όπως και την εν δυνάμει απόλυτη ηγεμονία, όπως αναδεικνύεται και μέσα από την εθνογραφική έρευνα του ανθρωπολόγου Cihan Tuğal (2009).

Αυτό το κλίμα ηγεμονικής σιγουριάς και αυτοπεποίθησης, που έχει σταδιακά καλλιεργήσει όσο και αυταρχικά επιβάλει η διακυβέρνηση μέσω του φόβου, είναι που μάλλον επιτρέπει και στον Ερντογάν να κάνει αναίμακτα σχεδόν τραγελαφικά σχόλια, όπως όταν στις 5 Ιουνίου, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης προεκλογικής εκστρατείας του στην πόλη Σακάρια, είπε: «Το 2002, πουλήθηκαν 91.000 αμάξια, ενώ πέρυσι ο αριθμός πωλήσεων έφτασε στα 723.000 αυτοκίνητα. Κάπου 1.088.000 ψυγεία πουλήθηκαν τότε και 3.107.000 πουλήθηκαν πέρυσι. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν φτωχοί άνθρωποι […] εάν υπάρχει ένα ψυγείο σε κάθε σπίτι, τότε έχουμε φτάσει σε ένα σημαντικό επίπεδο ευημερίας».7 Οι δηλώσεις αυτές έγιναν την ίδια περίοδο που η λίρα άρχισε να πέφτει κατά 20%, και την στιγμή που εμφανίστηκαν βίντεο δείχνοντας πολίτες να βγάζουν κάτω από τα μαξιλάρια τους δολάρια και ευρώ και να τα καίνε θριαμβευτικά με τα αναμμένα τους τσιγάρα ή με αναπτήρες, ύστερα από παρακίνηση του Ερντογάν να επενδύσουν στο εγχώριο νόμισμα προκειμένου να αποδείξουν την εμπιστοσύνη του λαού απέναντι στον ηγέτη του, κάτι που αντιστοίχως είχε γίνει και το 2016.8

Ο κυνισμός και η τραγελαφικότητα, η λογική του παραλόγου και η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, όπως και η καχυποψία, η συνωμοσία, η τρομοκρατία και η νοθεία αποτελούν επένδυση πάνω στο συν-αισθηματικό κεφάλαιο του φόβου, την υπεραξία του οποίου καρπώνεται η πολιτική ηγεσία της κυβέρνησης του Ερντογάν, ειδικά όταν αυτή στοιχειώνει τόσο την καθημερινή γραμματική της συνύπαρξης των ανθρώπων στην Τουρκία (όταν φοβούνται ότι δεν υπάρχουν πια περιθώρια αντίστασης στον ισλαμισμό και όχι στον πολιτικό αυταρχισμό ή στην συντηρητικοποίηση που επιβάλλεται μέσω του νεοφιλελευθερισμού), όσο και το πολιτικό λεξιλόγιο ανάλυσης της παρούσας κατάστασης (όταν αυτό επιμένει με εμμονική ευλάβεια στην επιλογή της ερμηνείας της αντιπαράθεσης μεταξύ «κεμαλιστών» και «ισλαμιστών» αναπαράγοντας ένα φιλο-δυτικοκεντρικό και κατά συνέπεια ισλαμοφοβικό λόγο).

Όπως ανέφερα ήδη, η φαλλογοκεντρική επένδυση νοήματος λειτουργεί μέσα από την παραγωγή διχοτομικών οντολογικών κατηγοριών με σαφή διάκριση μεταξύ δυο πλευρών, δηλαδή «των φίλων» και «των εχθρών» του έθνους (εδώ βλ. ταύτιση του έθνους είτε με τον Ερντογάν, είτε με τον Κεμάλ) και την αναπαραγωγή «ενεργητικών» και «παθητικών» ρόλων «θύματος» και «θύτη» –ακόμα και όταν αυτές οι κατηγορίες αντιστρέφονται. Ταυτόχρονα, έννοιες που θα πρέπει εκ των πραγμάτων να επενδύονται με ενεργητικές αμφισημίες και παραγωγικές αντιφάσεις, όπως η δημοκρατία, τα δικαιώματα, η έκκληση για ειρήνη και ο διάλογος, διαστρεβλώνονται προκειμένου να επικρατήσει μία και μόνο δυνατότητα ερμηνείας, προκειμένου να αποδοθεί ένα και μόνο, κλειστό, νόημα: αυτό της διαμάχης μεταξύ Ισλάμ και κοσμικότητας. Φυσικοποιώντας αυτή την «αντιπαράθεση» ως εγγενές χαρακτηριστικό της τουρκικής «τοπικότητας» και «ιδιαιτερότητας», αποπολιτικοποιούνται και απο-ιστορικοποιούνται οι πολύπλοκες και βαθιές καταβολές των διαδικασιών ύπαρξης και σύμπραξης μεταξύ αυτών «στρατοπέδων», ενώ επιβεβαιώνεται μια δυτικοκεντρική και οριενταλιστική ματιά που εξακολουθεί να επιμένει σε ένα τέτοιο αναλυτικό σχήμα κατανόησης της έκρυθμης και ανησυχητικής κατάστασης που διαδραματίζεται στην Τουρκία σήμερα, ακυρώνοντας ταυτόχρονα τις ευθύνες των ευρωπαϊκών κομμάτων και κυβερνήσεων όσον αφορά στην εδραίωση του νεοφιλελευθερισμού, της συντηρητικοποίησης και του φασισμού τόσο στην Τουρκία όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Ακριβώς μέσα από την αποίκηση της γλώσσας και της πολιτικής γραμματικής, είναι που εντέλει επιτυγχάνεται και η διάχυση μιας οικονομίας φόβου που αποδυναμώνει άλλες πολιτικές αρθρώσεις, άλλες πολιτικές ωσμώσεις, αντιστάσεις και ανατροπές. Αυτό που χάνεται δηλαδή είναι η συνειδητοποίηση ότι ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες υπάρχει η δυνατότητα για μια άλλη πολιτική νοηματοδότηση, ότι υπάρχουν αντιστάσεις, ότι έχει σημασία η συσπείρωση και η διεθνής αλληλεγγύη, η μαζική κινητοποίηση, όπως και ότι έχει σημασία η διάχυτη επιθυμία διάρρηξης της εξουσιαστικής επιβολής μονοδιάστατων πολιτικών αναλύσεων και μορφωμάτων.

 

Αντι-στάσεις

Είναι σημαντικό, επομένως, υπό τις παρούσες κρίσιμες συνθήκες, να θυμόμαστε να μην ξεχνάμε ότι αυτές οι αντιστάσεις υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν και ακόμα πιο πολύ ότι έχουν βαθιά πολιτική σημασία και εμβέλεια όχι μόνο στην Ευρώπη ή στις λεγόμενες «δημοκρατίες» του Βορρά, αλλά και στην Τουρκία και τη Μέση Ανατολή. Ειδικά όταν το πιο ανησυχητικό σύμπτωμα της χρονικής περιόδου που διανύουμε σε διαφορετικά μέρη του κόσμου είναι η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει καμία εναλλακτική απέναντι στην ανάδυση και ηγεμονία νεοφιλελεύθερων, πατριαρχικών, σεξιστικών, ομοφοβικών και φασιστικών μορφωμάτων. Επομένως, η εστίαση στην πολυπλοκότητα, αλλά και στις θραυσματικές, αμφισημικές, αγωνιώδεις και αγωνιστικές αποδομητικές στιγμές αντίστασης, μπορούν να επιφέρουν άλλη διαύγεια στις πολιτικές μας αναλύσεις και στα αντανακλαστικά που απαιτούνται για να δημιουργηθούν οι απαραίτητες διεθνείς συμμαχίες.

Στο πλαίσιο αυτό είναι σημαντικό να πάρουμε πιο πολύ στα σοβαρά τις διαφορετικές πολιτικές φωνές που αρθρώνονται καθημερινά στην Τουρκία. Όπως για παράδειγμα, όταν το 2007, θρησκευόμενες ακτιβίστριες των δικαιωμάτων εναντιώθηκαν στην απόφαση του Ερντογάν για συνταγματικές αλλαγές που θα «άλλαζαν» τη ζωή τους, και προσπάθησαν οι ίδιες να επανεγγράψουν τους όρους διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους ενάντια στον έμφυλο αποκλεισμό και τις συνθήκες επισφάλειας που βίωναν. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία της πλατφόρμας Birbirimize sahip çıkıyoruz (Προσέχουμε η μια την άλλη), μιας πρωτοφανούς πρωτοβουλίας για την πολιτική συμμαχία μεταξύ φεμινιστικών ομάδων, λεσβιών και θρησκευόμενων γυναικών με σκοπό να θέσουν οι ίδιες τους όρους διαπραγμάτευσης των διαφορών τους και να ενωθούν σε έναν κοινό αγώνα ενάντια στην έμφυλη βία και την κρατική καταστολή.

Αντίστοιχες ωσμώσεις έγιναν και στο πάρκο Γκεζί, όπως και στην Πορεία Υπερηφάνειας το 2013, όταν κατέβηκαν στους δρόμους περισσότεροι από εκατό χιλιάδες άνθρωποι. Και καθώς οι εξεγέρσεις στο πάρκο Γκεζί είχαν συμβολικά την αξία τους, τα πολιτικά αντανακλαστικά των διαφορετικών ομάδων και ανθρώπων που ήταν καθημερινά εκεί δεν πάγωσαν όταν ο βαθμός της καταστολής δεν μπορούσε να υπερκεραστεί. Η πολιτική απόφαση τότε να αφήσουν το Γκεζί (τον κατεξοχήν τόπο συμπύκνωσης της διαμάχης μεταξύ «κεμαλιστών» και «ισλαμιστών») και να αρχίσουν τις καταλήψεις άλλων πάρκων της πόλης, ήταν ένα συμβολικό μήνυμα κριτικής απέναντι στο ασφυκτικό αδιέξοδο που δημιουργείται μεταξύ αυτών των δύο πολιτικών στρατοπέδων που προσπαθούσαν διαφορετικά, αλλά από κοινού, να κυριαρχήσουν πάνω στον πολιτικό αγώνα των κινημάτων, καταστέλλοντας έτσι την δυνατότητα παραγωγής ενός διαφορετικού πολιτικού νοήματος. 

Παρόμοιες πολιτικές ωσμώσεις, οδήγησαν και στην διοργάνωση της γυναικείας πλατφόρμας «Πρωτοβουλία Γυναικών για την Ειρήνη»,9 που στόχο είχε την στήριξη των Κουρδισσών και τη δημόσια καταδίκη της έμφυλης βίας από όπου κι αν προέρχεται. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η πρωτοβουλία ήταν που οδήγησε και στην λίστα υπογραφών «Ακαδημαϊκοί για την Ειρήνη», τον Γενάρη του 2016, τροφοδοτώντας στη συνέχεια την καταδίωξη των πανεπιστημιακών, την επιβολή της λογοκρισίας μέσω συλλήψεων και της καθημερινής τρομοκρατίας. Όσοι/ες υπέγραψαν αυτό το κείμενο κατηγορήθηκαν ότι «συμμετέχουν σε προπαγάνδα τρομοκρατικής οργάνωσης» σύμφωνα με το Άρθρο 7/2 του τουρκικού αντιτρομοκρατικού νόμου και η ποινή τους θα μπορούσε να φτάσει ως και τα εφτάμισι χρόνια φυλάκισης. Πάνω από 2.000 πανεπιστημιακοί και ερευνητές/τριες που εργάζονται στην Τουρκία με την υποστήριξη εκατοντάδων ακαδημαϊκών διεθνώς, υπέγραψαν ένα κείμενο κάνοντας έκκληση να βρεθεί μια λύση μεταξύ του τουρκικού κράτους και του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (PKK), να σταματήσει η βία, να ανοίξουν πάλι οι διαπραγματεύσεις, να δοθούν αποζημιώσεις και να οριστούν διεθνείς επιτροπές παρατηρητών για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αιτήματα που είχε αναδείξει ήδη ως αναγκαία η πλατφόρμα «Πρωτοβουλία Γυναικών για την Ειρήνη».

Απονομιμοποιώντας τη σημασία της έκκλησης αυτής, ο Ερντογάν τους/τις ονομάτισε δημόσια ως «δήθεν διανοούμενους/ες», με τον ίδιο ακριβώς υποτιμητικό τρόπο που είχε ονοματίσει αυτούς/ες που συμμετείχαν στις εξεγέρσεις του Γκεζί, δηλαδή ως ανθρώπους που συμμετέχουν σε πλιάτσικο. Εδώ έχει σημασία να κατανοήσουμε τον παράδοξο τρόπο με τον οποίο νομιμοποιείται η άσκηση της βίας μέσα από την κυνικότητα, την ειρωνεία και τον χλευασμό, δηλαδή μέσα από την αποδυνάμωση της σημασίας της απειλής που μπορεί να ασκήσει αυτή η μορφή αντίστασης, ενώ στην ουσία αναδεικνύεται για την κυβέρνηση ως ο απώτερος στόχος της καταστολής που είναι αναγκαίος να επιτευχθεί. Όπως μου είπε χαρακτηριστικά μια φίλη πανεπιστημιακός που η υπόθεσή της εκδικάζεται «Το πιο εξοργιστικό είναι ότι δεν φαίνεται να τον απειλούμε αρκετά προκειμένου να μας τιμωρήσει με τις προβλεπόμενες ποινές. Ο μόνος στόχος του είναι να μας ξεφτιλίσει».

Σε αυτές τις λεγόμενες «αργές δίκες», όπως εξηγούν η Başak Ertür και η Judith Butler (2017), οι δικαστές στις περισσότερες περιπτώσεις αποφασίζουν ότι ενδείκνυται η ποινή της φυλάκισης των δεκαπέντε μηνών αλλά καθυστερούν την τελική απόφαση. Οι ακαδημαϊκοί το αποδέχονται καθώς η εναλλακτική θα ήταν να μπουν στη φυλακή. Επομένως, δεν ασκούν το δικαίωμά τους σε ένσταση και δέχονται να μην εμπλακούν σε οποιαδήποτε άλλη «ύποπτη πράξη» για τα επόμενα πέντε χρόνια. Ταυτόχρονα, η Ertür και η Butler (2017) εξηγούν ότι, στο κλειστό πλαίσιο του νοήματος που παράγει η ρητορική του πολέμου, το αίτημα για ειρήνη και μη βία ερμηνεύεται ως μη αναγνώριση των πλευρών του πολέμου και άρα καταδικάζεται ως τρομοκρατία. Ακολουθείται η εξής «λογική»: Αν ζητάς ειρήνη στο Κουρδικό, γίνεσαι Κούρδος, γίνεσαι τρομοκράτης, καθώς εναντιώνεσαι στην ανάγκη επιβεβαίωσης της συνέχισης του πολέμου. Μέσα από αυτό το κλειστό νοηματικό πλαίσιο, δυστυχώς, «η προσπάθεια να φανταστούμε την ειρήνη είναι από μόνη της μέρος της λογικής του πολέμου», όπως έχει υποστηρίξει αλλού η Judith Butler (2018).

Υπό αυτό το κλίμα, η οικονομία του φόβου παράγεται και διαχέεται μέσα από ένα φαλλογοκεντρισμό, μέσα από την απόλυτη κυριαρχία πάνω στη γλώσσα, πάνω στο τι συνιστά κοινωνικά διανοητή ή μη διανοητή γλώσσα. Με τον όρο γλώσσα εδώ δεν εννοώ μόνο τα λόγια που λέμε, αλλά το σύστημα των σχέσεων που δομούνται και τη συναισθηματική γραμματική που μονοδιάστατα και ασφυκτικά τις συνοδεύει. Εξού και υποστηρίζω εντέλει ότι, αν δεν εξετάσουμε την πολιτική κατάσταση στην Τουρκία μέσα από αυτό το πρίσμα, θα έχουμε χάσει κάτι πολύ σημαντικό: τη δυνατότητα να ακούσουμε τις αντιστάσεις που δημιουργούνται και αρθρώνονται καθημερινά, όπως και να κατανοήσουμε τις διαδικασίες κοινωνικής επούλωσης που χρειάζεται να συμβούν ενώ ο εθνικισμός, ο νεοφιλελευθερισμός και ο συντηρητισμός επικρατούν, όχι μόνο στην Τουρκία ή σε ευρωπαϊκό έδαφος, αλλά και διεθνώς.

Υποσημειώσεις


Για μία ανθρωπολογική ανάλυση της έννοιας του φαλλογοκεντρισμού που έχει χρησιμοποιηθεί και αναλυθεί στην πολιτική φιλοσοφία, ψυχανάλυση και φεμινιστική θεωρία βλ. Athanasiou 2010.


Οι συζητήσεις για την αλλαγή του Συντάγματος του 1982 βρίσκονταν ήδη στην ατζέντα των πολιτικών κομμάτων, κάτι που κατέστησε σαφές το AKP όταν κέρδισε τις εκλογές τον Ιούλιο του 2007. Το 2008, η προτεινόμενη τροπολογία είχε στόχο τα συνταγματικά αρθρα 10 και 42. Το άρθρο 10, το οποίο διασφαλίζει την ισότητα απέναντι στον νόμο, θα άλλαζε με στόχο να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, και το άρθρο 42, το οποίο εξασφαλίζει το δικαίωμα στην εκπαίδευση, θα συμπεριλάμβανε μια φράση με στόχο να αποτραπεί η άρνηση πρόσβασης στην εκπαίδευση. Έπειτα από πρόταση του Κόμματος του Εθνικιστικού Κινήματος (MHP) της ελάσσονος αντιπολίτευσης, εκτός από αυτές τις τροπολογίες, προτάθηκε και η τροποποίηση του άρθρου 17 για τους κανονισμούς τους Συμβουλίου Ανώτατης Εκπαίδευσης, το οποίο αφορά την ενδυμασία στα πανεπιστήμια.


Για μια ανάλυση της προβληματικής παρουσίασης του Ερντογάν ως «Σουλτάνου» βλ. Χριστοφής, 2017.


Σχετικά με την πολύ προβληματική ταύτιση από την μια του ορθού λόγου με μια δυτικού τύπου εκκοσμίκευση και από την άλλη της συν-αισθηματικής επένδυσης και έντασης (και κατ’ επέκταση του παρα-λόγου) με τη θρησκεία και ειδικότερα με το Ισλαμ βλ. την κριτική που ασκείται από τη Σάμπα Μαχμούντ (2017).


Βλ. https://morningstaronline.co.uk/article/turkish-bloodbath-10-days-before-elections


Βλ. https://www.theguardian.com/world/2018/may/08/tamam-opponents-top-twitter-in-bid-to-topple-turkeys-erdogan


Βλ. http://www.hurriyetdailynews.com/erdogan-says-high-rate-of-fridge-ownership-shows-turkeys-prosperity-132861


Βλ. https://www.facebook.com/MiddleEastEye/videos/1762714787127235/


Βλ. http://www.barisicinkadinlar.com/en/

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

Αβραμοπούλου, Ε. (2017). Η λογική του παραλόγου: με αφορμή τις νέες απαγορεύσεις ΛΟΑΤΚΙ εκδηλώσεων στην Τουρκία. Σύγχρονα Θέματα,138-139, σελ. 12-15.

Μαχμούντ, Σ. (2018). Θρησκευτική λογική και κοσμικό συν-αίσθημα: Ένας ασύμμετρος διαχωρισμός; (μτφρ. Ο. Τσιάκαλου). Στο Ε. Αβραμοπούλου (επιμ.) Το συν-αίσθημα στο πολιτικό. Υποκειμενικότητες, εξουσίες και ανισότητες στο σύγχρονο κόσμο (σελ. 207-249). Αθήνα: Νήσος.

Χριστοφής, Ν. (2017). ‘Νέα’ εναντίον ‘παλαιάς’ Τουρκίας: Συνέχειες και ρήξεις, Σύγχρονα Θέματα, 137, σελ. 8-10.

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία

Athanasiou, A. (2010). Undoing language: Gender dissent and the disquiet of silence. Στο C. Canakis, V. Kantsa & K. Yannakopoulos (επιμ.), Language and sexuality (through and) beyond gender (σελ. 219-246). Newcastle upon Tyne: Cambridge Scholars Publications.

Butler, J. (2018, 27 Μαΐου). The criminalization of knowledge. Why the struggle for academic freedom is the struggle for democracy στο The Chronicle of Higher Education. https://www.chronicle.com/article/The-Criminalization-of/243501/ (Προσπελάστηκε 20/5/2018).

Ertür, B. και Butler, J. (2017, 11 Δεκεμβρίου). Trials begin in Turkey for Academics for Peace στο Critical Legal Thinking: Law and the Political. http://criticallegalthinking.com/2017/12/11/trials-begin-turkey-academics-peace/ (Προσπελάστηκε 20/5/2018).

Tuğal, C. (2009). Passive Revolution: Absorbing the Islamic Challenge to Capitalism. Στάνφορντ: Stanford University Press.

Bιογραφικό

Η Ειρήνη Αβραμοπούλου είναι επίκουρη καθηγήτρια κοινωνικής ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν στο φύλο, τη σεξουαλικότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα κοινωνικά κινήματα στην Τουρκία, όπως και σε φεμινιστικές και ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις σχετικά με την προσφυγικότητα, τον χώρο, τη μνήμη, τον εκτοπισμό και το τραύμα. Έχει επιμεληθεί τους εξής συλλογικούς τόμους: Porno-graphics and Porno-tactics: Desire, Affect and Representation in Pornography (επιμ. με την Irene Peano, 2016, Punctum Books) και Το συν-αίσθημα στο πολιτικό. Υποκειμενικότητες, εξουσίες, ανισότητες στο σύγχρονο κόσμο (επιμ., εκδόσεις Νήσος, 2018), ταυτόχρονα, κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε πολλούς συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά.