Η επίμονη αναγνώστρια της «οριστικά ημιτελούς» ιστορικότητας

Η επίμονη αναγνώστρια της «οριστικά ημιτελούς» ιστορικότητας
  • Edit
Για το βιβλίο της Τζίνας Πολίτη Διαβάζοντας το Confiteor

Αθηνά Αθανασίου

τεύχος 2            κατεβάστε το pdf

Περίληψη: Το κείμενο προτείνει μια ανάγνωση του τρόπου με τον οποίο η Τζίνα Πολίτη διαβάζει το βιβλίο του Ζαουμέ Καμπρέ, Confiteor. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στη συσχέτιση των εννοιών της καταγωγής και της κυριότητας, όπως αυτή διαπερνά την αιματοβαμμένη ιστορία της Ευρώπης από την Ιερά Εξέταση έως σήμερα. Πώς μπορεί κανείς να δώσει λόγο για την οικογένεια μέσα στην οποία γεννήθηκε; Πώς μπορεί να ομολογήσει/εξομολογηθεί αυτό το «λάθος»;

Λέξεις κλειδιά:

ιστορικότητα, καταγωγή, κριτική, κυριότητα, Σοά

Ήταν πρόπερσι στο τέλος του καλοκαιριού που μιλούσαμε, συγκινημένες και οι δυο με το ίδιο βιβλίο που είχαμε μόλις διαβάσει. Ευχαριστώ την Τζίνα Πολίτη που μου/μας έδωσε τη δυνατότητα να διαβάσω/ουμε το Confiteor του Ζαουμέ Καμπρέ (Jaume Cabré) εκ νέου (όχι απλώς ξανά).

Η διακειμενικότητα της ανάγνωσης της Τζίνας Πολίτη μοιάζει με τους κύκλους που απλώνονται γύρω από μια πέτρα ριγμένη στο νερό. Η κριτική ποιητική της είναι φορτισμένη με την πάντοτε απροσδόκητη δυνητικότητα της ενσώματης γλώσσας και της βιωμένης ιστορίας. Αυτό το συμβάν ενσώματης γλώσσας που είναι η κριτική ποιητική της Πολίτη ενεργοποιεί την ανάδυση μιας νέας χρονικότητας, η οποία βρίσκεται πέραν της χρονολογικής συνέχειας του ίδιου, και την οποία ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (Walter Benjamin) έχει ονομάσει «χρόνο γεμάτο με την παρουσία του τώρα» (1992 [1950]).

Αναφέρομαι στον Μπένγιαμιν ως τον κατεξοχήν στοχαστή της αναδρομικής χρονικότητας και της μελλοντικότητας του παρελθόντος, που επιμένει να διαβάζει τις περασμένες ματαιωμένες δυνατότητες μέσα από την οπτική γωνία ενός μη αναστρέψιμου πια παρόντος. Γιατί εκεί είναι που συναντιέται, κατά τη γνώμη μου, η Τζίνα Πολίτη με τον Ζάουμε Καμπρέ. Είναι σαν να τους έχει συστήσει ο Μπένγιαμιν όταν τους ζήτησε να διαβάσουν τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας. Υπό αυτή την έννοια της αναδρομικότητας, βρίσκω εύστοχη τη διατύπωση του Καμπρέ στην επιστολή του προς την Τζίνα Πολίτη, όπου εύχεται να είχε διαβάσει την ανάγνωσή της πριν συγγράψει το Confiteor.

Αλλά η Πολίτη συνομιλεί στην ανάγνωσή της και με τη φιλοσοφία της Ιστορίας του Βίκο (Vico), που είναι άλλωστε και το θέμα της διατριβής του Αντριά Αρντέβολ, του πρωταγωνιστή του Confiteor. Ο Βίκο έμεινε λησμονημένος και παραγνωρισμένος όσο ζούσε στην Ευρώπη του δέκατου όγδοου αιώνα, τόσο που έγραφε σε κάποιο φίλο του:

Δημοσιεύοντας το έργο μου σ’ αυτή την πόλη μου φαίνεται σαν να το έριξα στην έρημο. Αποφεύγω κάθε δημόσιο χώρο για να μη συναντήσω τα πρόσωπα στα οποία το έχω στείλει, κι αν τύχει να τα συναντήσω τα χαιρετώ χωρίς να σταματήσω· γιατί όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο οι άνθρωποι αυτοί δεν μου δείχνουν ούτε το πιο αμυδρό σημάδι πως έλαβαν το βιβλίο μου, κι έτσι μου επιβεβαιώνουν την εντύπωση πως το έχω δημοσιεύσει σε μιαν έρημο.

Η Πολίτη σημειώνει με νόημα ότι ο Βίκο, που έγραψε την Αυτοβιογραφία του σε τρίτο πρόσωπο, «γνώριζε πολύ καλά πως στον αυτοβιογραφικό λόγο το υποκείμενο της αφήγησης και το υποκείμενο του αφηγήματος δεν συμπίπτουν: ‘Εγώ είναι ένας άλλος’. Τη διαφορά αυτή δεν την πρόσεξε ο Καρτέσιος όταν έγραφε: ‘Σκέφτομαι άρα υπάρχω’!» Το έκκεντρο και ακατάτακτο υποκείμενο της αφήγησης γίνεται στην ανάγνωση του Confiteor από την Πολίτη κρίσιμο σημείο αναφοράς. Γίνεται αφορμή για να καταδυθεί στη φαντασματική ενδεχομενικότητα και πολλαπλή ενικότητα των όποιων εαυτών του μυθιστορηματικού ήρωα: του ποιητικού, του ιστορικού, του οικογενειακού, του καταλανικού, του δικού του και των άλλων.

Η αμοιβαία διακειμενικότητα του Καμπρέ και της Πολίτη μας εμπλέκουν, ως αναγνώστες/αναγνώστριες των δίδυμων πια κειμένων τους, σε μια πλοήγηση στα διάκενα χωροχρονικών ιχνών που, όπως γράφει η Πολίτη, «ίσως οδηγεί στη φανέρωση ενός φιλοσοφικού συστήματος Ιστορίας που καθορίζει τόσο την αφηγηματική όσο και εννοιολογική δομή του κειμένου». Στο Confiteor, όπως και στην ανάγνωση της Πολίτη, η φιλοσοφία της Ιστορίας παίρνει σάρκα και οστά ως οικογενειακή ιστορία. Η ιστορία της πατρικής/πατρογονικής/πατριαρχικής περιουσίας (ή η ιστορία της πατριαρχικής οικογένειας ως περιουσία) αφηγηματοποιείται ως το λάθος της καταγωγής: «Μέχρι χθες το βράδυ, περπατώντας στους βρεγμένους δρόμους της Βαλκάρκα, δεν είχα καταλάβει ότι το να γεννηθώ σε εκείνη την οικογένεια ήταν ένα ασυγχώρητο λάθος». Αυτή η πρώτη πρόταση του Confiteor είναι ένας από τους βαθύτερους λόγους που με συγκίνησαν σ’ αυτό το βιβλίο, καθώς συμπυκνώνει, λογοτεχνικά και φιλοσοφικά μαζί, το πνεύμα της αφήγησης: την περιπλάνηση ενός ανθρώπου που αναλαμβάνει την επώδυνη ευθύνη να ανασυνθέσει την οικογενειακή ιστορία λίγο πριν χάσει τη μνήμη του. Η ευθύνη διευρύνεται και είναι τόσο διαπεραστική που καταλαμβάνει ακόμη και το μοναδικό πεδίο που είναι ή που λογίζεται συνήθως ότι είναι πέρα από την ευθύνη, ή υπεράνω της ευθύνης: τη γέννηση και μάλιστα τη γέννηση σε κάποια οικογένεια. Η ευθύνη της καταγωγής εγείρεται εδώ ως προσωπικό αλλά ταυτόχρονα και πολιτικοϊστορικό ερώτημα.

Υπάρχει, άραγε, εξιλέωση για την αθέλητη συνενοχή του να «γεννηθώ σε εκείνη την οικογένεια»; Πώς αναλαμβάνεται και πώς κληρονομείται μια τέτοια ευθύνη; Το ερώτημα, αν και εξαρχής απαντημένο από τον συγγραφέα –η οικογενειακή καταγωγή ως «ασυγχώρητο λάθος» κατά τον Καμπρέ– επανέρχεται δριμύτερο στην πορεία της αφήγησης: υφαίνει το συναρπαστικό ταξίδι ενός ανεκτίμητης αξίας βιολιού του δέκατου όγδοου αιώνα, που είναι ο θησαυρός του συλλέκτη-πατέρα του πρωταγωνιστή, καθώς αλλάζει χέρια και συνδέεται με την ιστορία της Σοά και του ναζιστικού στρατοπέδου εξόντωσης.

Διαβάζοντας το Confiteor του Ζάουμε Καμπρέ, η Τζίνα Πολίτη ανακαλεί το μυθιστόρημα του Χένρι Τζέιμς (Henry James) Η χρυσή κούπα, όπου ο μανιώδης συλλέκτης-πατέρας πούλησε την κόρη του στον Πρίγκιπα και απέκτησε τον ποθητό τίτλο ευγενείας για τη συλλογή του. Ο συλλέκτης-πατέρας του Αντριά, ο ποταπός επιχειρηματίας και καταδότης της αστυνομίας του Φράνκο, είναι καταλυτική μορφή στο Confiteor. «Για τον πατέρα μου ήμουν ένα από τα αντικείμενα της συλλογής του», δηλώνει ο Αντριά. Όπως αναλύει η Πολίτη, η μορφή του αδηφάγου και αδίστακτου συλλέκτη Φέλιξ Αρντέβολ συμπυκνώνει τις συνυφασμένες δομές εξουσίας: πατρικής, θρησκευτικής, κοινωνικής, οικονομικής, πολιτικής. Στο όνομα του πατρός, τα πάντα «κατατάσσονται είτε στην κατηγορία της ιδιοκτησίας, είτε σε εκείνη του απορρίμματος». Αλλά και η μορφή της μητέρας αναδύεται εδώ ως σύμπτωμα της πατριαρχικής οικογένειας: η μητέρα του Αντριά, όταν μαθαίνει πως ο γιος της έχει δεσμό με μια Εβραία, φροντίζει να διαφυλάξει τα σύνορα της οικογένειας πλαστογραφώντας τον γραφικό χαρακτήρα του γιου της και στέλνοντας ένα γράμμα που ανακοινώνει στη Σάρα πως η σχέση τους δεν έχει μέλλον.

Το ανομολόγητο μυστικό της προέλευσης του οικογενειακού πλούτου και της πατρικής εξουσίας ξετυλίγεται καθώς ο πρωταγωνιστής συναντιέται ξανά, για τελευταία φορά, με μια παιδική ηλικία χωρίς αγάπη, προκειμένου να γράψει μια μακρά επιστολή αγάπης: μια ομολογία χωρίς δικαστήριο, μια εξομολόγηση χωρίς θρησκεία. Η φιλοσοφία της Ιστορίας αρθρώνεται εδώ ως ομολογία. Ως απολογία και απολογισμός. Ως ανεπούλωτη ανοιχτότητα στην άλλη. Και ως αποποίηση της αποτρόπαιης πατρικής κληρονομιάς. Μέσω αυτής της ομολογίας χωρίς δικαστήριο και εξομολόγησης χωρίς θρησκεία, ο Αντριά προ(σ)φέρει έναν εαυτό που δεν κατέχει –δηλαδή που ούτε γνωρίζει ούτε είναι στην κυριότητά του.

Κι έτσι η φιλοσοφία της Ιστορίας συντάσσεται με προσωπικές αντωνυμίες που «αλλάζουν χέρια» όπως τα περιπλανώμενα αντικείμενα του μυθιστορήματος. Αυτή την πολυφωνική ποιητική της Ιστορίας αποκωδικοποιεί επίμονα η Πολίτη καθώς αποσυσκευάζει το κείμενο (όπως ο Μπένγιαμιν τη βιβλιοθήκη του [2016]) στα σπαράγματα που το συνθέτουν. Σπαράγματα ειδών: ιστορικό μυθιστόρημα, θρίλερ, μυθιστόρημα των ηθών, βιογραφία. Αλλά και σπαράγματα γλωσσών, αντικειμένων, υποκειμένων, αντωνυμιών. Όλα αλλάζουν χέρια, ενώ η γλώσσα αποκαλύπτει ό,τι αποκρύπτει: τα σπαράγματα και τους σπαραγμούς.

Τα αντικείμενα της συλλογής, περιπλανώμενα και αλλοτριώσιμα, κουβαλούν εντός τους το βάρος της Ιστορίας αλλά και το αίμα της συγγένειας. Σαν το αιματόβρεχτο βιολί Στοριόνι, πιτσιλισμένο από την ενσώματη ιστορία της Σοά. Σαν την κουρελιασμένη πετσέτα που κρατούσε στα χέρια της η μικρή Αμελί ώσπου να ξεψυχήσει στο Άουσβιτς. Σαν τον ίδιο τον Αντριά και τη μεταμόρφωσή του σε έκθεμα και ταυτόχρονα ακούσιο κληρονόμο της πατρικής συλλογής. Ή, τέλος, σαν την προδοσία του αδελφικού φίλου που σφετερίστηκε το χειρόγραφο το οποίο του εμπιστεύτηκε/κληρονόμησε ο Αντριά.

Στην επικράτεια της τραυματισμένης μνήμης που αγωνίζεται να γίνει εξομολόγηση, η αφήγηση παραδίδεται σε μια μη-γραμμική φόρμα, χωρίς καθαρά όρια και οριστικές θέσεις: το πρώτο ενικό πρόσωπο της εξομολόγησης, το δεύτερο πρόσωπο της απεύθυνσης και το τρίτο πρόσωπο της απόστασης συγχέονται και «αλλάζουν χέρια», όπως το ανεκτίμητο/υπερτιμημένο βιολί που σώθηκε από το Άουσβιτς, αλλά και όπως η επιστολή που μας παραδίδεται ως μυθιστόρημα, θυμίζοντάς μας, αν υπάρχει κάτι να «θυμηθούμε» εδώ, ότι, όταν εξομολογούμαστε, δεν είναι ποτέ δεδομένο ποιος ή ποια μιλάει.

Στον οίκο της γλώσσας οι αντωνυμίες της εξομολόγησης, της απολογίας και της ευθύνης είναι πεισματικά ακατάτακτες. Συνδέοντας το λάθος της καταγωγής με την αλύτρωτη ενοχή των επιζησασών και επιζησάντων του Άουσβιτς, ο Αντριά στα γερατειά του ομολογεί στην αγαπημένη του Σάρα: «Είναι λάθος μου, είναι λάθος μου, είναι μεγάλο λάθος μου. Είμαι ένοχος για τα πάντα[…]και προσπάθησα να συνεχίσω να ζω. Confiteor» (σελ. 700). [Σημειώνω: «και προσπάθησα να ζω» –όχι «αλλά προσπάθησα να ζω»].

Αυτό βασανίζει τη μακροσκελή αυτοβιογραφική επιστολή που γράφει ο Αντριά, όταν πια βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου, προς τη νεκρή αγαπημένη του, την εβραία ζωγράφο Σάρα Βόλτες-Εψστέιν: το πώς συνεχίζεις να ζεις παρά την ανεπούλωτη ενοχή, παρά το λάθος της καταγωγής. Η οικογενειακή καταγωγή ως «ασυγχώρητο λάθος» συνυφαίνεται σπαρακτικά με τη «φυλετική καταγωγή» που στη ναζιστική θανατοπολιτική είναι «λάθος της φύσης» που πρέπει να διορθωθεί με την «τελική λύση».

Γι’ αυτό η Πολίτη ιχνηλατεί αυτό που αποκαλεί «διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δύο πλευρές του χειρογράφου». Από τη μια μεριά των σελίδων ο γλωσσολόγος Αντριά Αρντέβολ γράφει τα απομνημονεύματά του, ενώ από την άλλη, με μελάνι διαφορετικού χρώματος, μια πραγματεία για το κακό που τον καταβυθίζει «στην κόλαση της μνήμης». Το χειρόγραφο ενσαρκώνει την ίδια την επανεμφάνιση του κακού στην Ιστορία της Ευρώπης: Ιερά Εξέταση, Τρίτο Ράιχ, φρανκισμός –και όλα αυτά βιωμένα μέσα από την ιστορία των ανείπωτων μυστικών της οικογένειας του συγγραφέα. Όπως ο ίδιος έχει γράψει, επινοεί ιστορίες για να πει την αλήθεια.

Άλλωστε ο Αντριά «μαθαίνει πως είναι Εβραίος» όταν ο πατέρας της Σάρας του διηγείται την τραγική εξολόθρευση της οικογένειας της γυναίκας του από τους Ναζί: «Γι’ αυτό είμαι Εβραίος, όχι λόγω καταγωγής, απ’ όσο ξέρω, αλλά από επιλογή, όπως πολλοί Καταλανοί που νοιώθουμε σκλάβοι στη γη μας και ξέρουμε τι θα πει διασπορά, μόνο και μόνο επειδή είμαστε Καταλανοί». Ο Αντριά γίνεται Εβραίος όταν το καθεστώς του φρανκισμού καταδιώκει τους Εβραίους μαζί με τους κομμουνιστές και τους καταλανιστές: «Από εκείνη τη μέρα, έμαθα πως είμαι Εβραίος, Σάρα, Εβραίος στο μυαλό, για τους ανθρώπους και την Ιστορία. Εβραίος χωρίς Θεό» (σελ. 427).

«Είμαι ένοχος για τα πάντα[…]και προσπάθησα να συνεχίσω να ζω. Confiteor». Αυτό στοιχειώνει και την ανάγνωση της Πολίτη, ανακαλώντας τον Αντόρνο (Adorno) μέσα από τον Καμπρέ: «είναι δυνατή μια ζωή χωρίς ενοχές μετά το Άουσβιτς;». Η επιστολή αγάπης του Αντριά ανακαλεί με σφοδρότητα το ερώτημα: ποίηση μετά από το Άουσβιτς –αδύνατο και βάρβαρο σύμφωνα με τον Αντόρνο– ή «η επιμονή της αισθητικής βούλησης», όπως αναφέρει ο Καμπρέ; Όπως σημειώνει η Πολίτη, στο ερώτημα πώς μπορεί να υπάρχει ποίηση μετά το ανείπωτο, μια πρώτη απάντηση μας δίνεται σε μιαν αποστροφή που απευθύνει ο Αντριά στη νεκρή αγαπημένη του, που ζωγράφιζε φαντάσματα με κάρβουνο: «Γιατί εσύ, αφού έζησες το δράμα, ήσουν ακόμα σε θέση να το ζωγραφίσειςˑ ίσως δεν ήξερες πως είναι αναπόφευκτο. Κοίτα τον Τσελάν. Κοίτα τον Πρίμο Λέβι. Το να ζωγραφίζεις, όπως και να γράφεις, σημαίνει να ξαναζείς» (σελ. 677).

Στην επιστολή του, ο Αντριά αποχαιρετά τη Σάρα αλλά αποχαιρετά και τον εαυτό του: «Είναι πολύ ειρωνικό το ότι πέρασα μια ζωή προσπαθώντας να έχω πλήρη συνείδηση των πράξεών μου. Μια ζωή κουβαλώντας τα λάθη μου, που είναι πολλά, καθώς και τα λάθη της ανθρωπότητας. Και στο τέλος θα φύγω χωρίς να ξέρω ότι φεύγω. Αντίο Αντριά. Με αποχαιρετώ από τώρα, για κάθε ενδεχόμενο» (σελ. 702). Ο αποχαιρετισμός, η ομολογία, ο απολογισμός: μια απόπειρα περι-συλλογής των φθαρτών σπαραγμάτων. Μια επίμονη άσκηση στις απώλειες της γλώσσας και της μνήμης, πέρα από τις συμβάσεις της γλώσσας και της μνήμης, πέρα από τον οίκο και την οικογενειακή καταγωγή της γλώσσας.

Για την Τζίνα Πολίτη, η θέση του του Καμπρέ στο Confiteor για την ανοιχτή και ανολοκλήρωτη πράξη της συγγραφής που διεκδικεί την ιστορική υλικότητα του ανείπωτου, δικαιώνει και τη γραφή της ποίησης μετά το Άουσβιτς. Στις 27 Ιανουαρίου 2011, ανήμερα της επετείου της απελευθέρωσης του Άουσβιτς, ο Ζάουμε Καμπρέ έγραψε ότι θεωρεί το Confiteor «οριστικά ημιτελές». Όπως άλλωστε «οριστικά ημιτελές» είναι κάθε confiteor, όπως οριστικά ημιτελής είναι κάθε ομολογία ή απολογία. Ανοιχτή στο ανεπίτευκτο, στην ανεπίκαιρη επικαιρότητα αυτού που δεν γράφτηκε ακόμη. Αλλά και στην επανεμφάνιση του κακού.

Βιβλιογραφία

Benjamin, W. (1992 [1950]). Theses on the Philosophy of History. Στο H. Arendt (επιμ.), Illuminations (μτφρ. H. Zohn). Λονδίνο: Fontana.

— (2016). Αποσυσκευάζω τη βιβλιοθήκη μου: Λόγος για τη συλλεκτική δραστηριότητα. Αθήνα: Άγρα.

Καμπρέ, Ζ. (2016). Confiteor. Αθήνα: Πόλις.

Bιογραφικό

Η Αθηνά Αθανασίου είναι Καθηγήτρια στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στις δημοσιεύσεις της περιλαμβάνονται τα βιβλία: Agonistic Mourning: Political Dissidence and the Women in Black (Edinburgh University Press, 2017), Ζωή στο όριο: Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική (Εκκρεμές, 2007), Η κρίση ως «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» (Σαββάλας, 2012), Dispossession: The Performative in the Political (με την Judith Butler, Polity Press, 2013).