Ακαδημαϊκή ελευθερία και η κοινοτοπία του κακού: Εμπειρίες από τη σύγχρονη Τουρκία

Ακαδημαϊκή ελευθερία και η κοινοτοπία του κακού: Εμπειρίες από τη σύγχρονη Τουρκία

Αντώνης Χατζηκυριάκου

τεύχος 3

Academic freedom and the banality of evil: The experience of contemporary Turkey
by Antonis Hadjikyriacou

Οι πανεπιστημιακοί απολαμβάνουν ένα μοναδικό, ίσως αδιανόητο σε οποιονδήποτε άλλο εργασιακό χώρο, προνόμιο: τη δυνατότητα να εκφράσουν οποιαδήποτε άποψη και να κρατήσουν οποιαδήποτε πολιτική στάση χωρίς τον φόβο της απόλυσης, στην περίπτωση ασφαλώς που ανήκουν στο μόνιμο διδακτικό προσωπικό. Η χρήση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όμως, έχει πολιτικό πρόσημο. Έτσι, η οικουμενική επίθεση ενάντια στο πανεπιστήμιο δεν είναι άσχετη με τους τρόπους με τους οποίους οι πανεπιστημιακοί χρησιμοποίησαν μέχρι τώρα την ακαδημαϊκή ελευθερία. Από τα κυνήγια μαγισσών στην Αμερική του Τραμπ, μέχρι την αποδόμηση των πανεπιστημίων μέσα από την γραφειοκρατικοποίηση και τη ποσοτικοποίηση της έρευνας και της διδασκαλίας στην Ε.Ε., η πολιτική απονεύρωση του πανεπιστημιακού χώρου έγινε με τη σιωπηλή συναίνεση ή/και την ενεργή συμμετοχή επιφανών και μη πανεπιστημιακών. Παρά τις σημαντικές εξαιρέσεις, η γενικότερη απουσία συλλογικής αντίστασης υπήρξε καταλυτική για την επιβολή αυτών των πολιτικών.

Στη σύντομη αυτή παρέμβαση θα καταθέσω την προσωπική μου εμπειρία από αυτές τις διεργασίες, όπως τις βίωσα στην Τουρκία κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής μου στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου (Boğaziçi). Το γενικότερο πλαίσιο που έθεσα πιο πάνω δεν είναι καθόλου άσχετο με το κατασταλτικό, αυταρχικό, οικονομικά νεοφιλελεύθερο και πολιτικά νεοσυντηρητικό καθεστώς της Τουρκίας –άλλωστε, τα χαρακτηριστικά αυτά εντάσσονται στο πλαίσιο του παγκόσμιου ύστερου καπιταλισμού. Όσο ξένη κι αν φαίνεται η πολιτική κουλτούρα της στα ευρωπαϊκά ή δυτικά μάτια, όσο διαφορετική κι αν είναι η λειτουργία του κράτους δικαίου σε αυτήν, η διαφορά είναι ποσοτική και όχι ποιοτική. Με άλλα λόγια, τα φαινόμενα στην Τουρκία του Ερντογάν αποτελούν λογική συνέχεια διεργασιών και φαινομένων που έχουν λαμβάνουν χώρα στη Δύση. Μπορεί η έκφανση των φαινόμενων να μην είναι η ίδια. Όμως η διαφορά είναι στην κλίμακα και την ένταση, και όχι στη φύση τους. Όταν καταδικάζουμε τα προεδρικά διατάγματα ή τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που εκδόθηκαν μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία το 2016 και τη συνταγματική νομιμοποίηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που κηρυχθηκε τότε καλό είναι να θυμόμαστε ένα, ενδεχομένως πιο οικείο, αντίστοιχο: το ίδιο έκανε και ο Μακρόν στον απόηχο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης που κήρυξε ο Ολάντ μετά την επίθεση στο Μπατακλάν. H καλπονοθεία σε διάφορες εκλογικές διαδικασίες στην Τουρκία είναι καταδικαστέα· δεν καταγγέλλεται όμως αντίστοιχα το δημοκρατικό έλλειμμα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου για παράδειγμα υπάρχει θεσμοθετημένη στέρηση του δικαιώματος ψήφου για όσους δεν έχουν διαβατήριο ή άδεια οδήγησης. Πόσο διαφέρει ο κίνδυνος θανάτου που διατρέχει ο πρώην συμπρόεδρος του φιλοκουρδικού κόμματος HDP Σελαχεντίν Ντεμιρτάς, λόγω άρνησης παροχής ιατρικής θεραπείας στη φυλακή, από αυτήν του Τζούλιαν Ασάνζ; Πράγματι, οι πρακτικές αυτές εφαρμόζονται διαφορετικά στην Τουρκία απ’ ότι στη Δύση. Είναι όμως τόσο ξένες όσο τις θεωρούμε; Ερχόμενος στην Ελλάδα από την Τουρκία, οι ακόλουθες εμπειρίες μου από ένα πανεπιστημιακό περιβάλλον που λειτουργεί μέσα σε ένα πολιτικό πλαίσιο ακραίας καταστολής και αυταρχισμού, ίσως να έχουν κάποια σημασία.

Η τελευταία ερώτηση που δέχθηκα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης για μια θέση οθωμανικής ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου τον Δεκέμβριο του 2015 ήταν «Είστε σίγουρος ότι θέλετε να έρθετε στην Τουρκία;» Στα δευτερόλεπτα που μεσολάβησαν μέχρι να κοπάσουν τα γέλια, έρχονταν στο μυαλό μου τα γεγονότα της πολιορκίας και της σφαγής της κουρδικής πόλης Τζίζρε και των βομβιστικών επιθέσεων στην Άγκυρα και στο Σουρούτς. Ευγενικά, απάντησα: «Γνωρίζω πολύ καλά πού έρχομαι και ποια είναι η κατάσταση εδώ. Οι διαθέσιμες επαγγελματικές μου επιλογές είναι περιορισμένες. Η Αμερική και η Αγγλία δεν με ελκύουν ως προορισμοί, και εφόσον η κατάσταση στην Ελλάδα είναι αυτή που είναι και η Κύπρος ουσιαστικά δεν υφίσταται ως επιλογή για μένα, η προοπτική να διδάξω στο καλύτερο τμήμα Ιστορίας στην Τουρκία ως οθωμανολόγος δεν με βγάζει απλά από ένα επαγγελματικό αδιέξοδο, αλλά είναι κάτι που θα έκανα με μεγάλη χαρά». Δεδομένης της επαγγελματικής επισφάλειας που βίωνα τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια, και παρότι ήμουν από τους τυχερούς της γενιάς μου που δεν δοκιμάστηκαν από την ανεργία, μια θέση επίκουρου καθηγητή ήταν τεράστια επιτυχία. Το συγκεκριμένο πανεπιστήμιο ήταν το πλέον αριστερό, προοδευτικό και ανεκτικό στην Τουρκία, με ιστορικές παρακαταθήκες που υπόσχονταν ιδανικές συνθήκες εργασίας για έναν οθωμανολόγο.

Στους δέκα μήνες που πέρασαν από τότε που αποδέχθηκα τη θέση μέχρι την έγκριση του διορισμού μου, μεσολάβησαν τα γεγονότα της απόπειρας πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016. Την πρώτη μέρα των μαθημάτων αφότου ανέλαβα τα καθήκοντά μου, συνάντησα ένα αλλοδαπό συνάδελφο ο οποίος μου μιλούσε για τα καχύποπτα βλέμματα των φοιτητών και τους ψιθύρους που προκάλεσε η αναφορά του στον φασισμό κατά τη διάρκεια μαθήματος για τον μεσοπόλεμο στην Ευρώπη. Ήταν τρομοκρατημένος από την πιθανότητα να ηχογραφούν όσα έλεγε κατά τη διάρκεια του μαθήματος.

Λίγες βδομάδες μετά, η Γαλλίδα συνάδελφος Νοεμί Λεβί (Noémi Lévy), η οποία μόλις είχε εξελιχθεί στη θέση Αναπληρώτριας Καθηγήτριας, έχασε τη δουλειά της αφού το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης (YÖK, ο κρατικός φορέας κεντρικού ελέγχου για τη λειτουργία των πανεπιστημίων στην Τουρκία, αντίστοιχος με αυτόν που προτάθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα) ακύρωσε την άδεια εργασίας της γιατί είχε υπογράψει την περίφημη «Διακήρυξη Ειρήνης». Σε αυτήν, διανοούμενοι και πανεπιστημιακοί εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους στους κουρδικούς πληθυσμούς που βίωναν τις βίαιες επιθέσεις του τουρκικού κράτους. Παρότι πολλοί πανεπιστημιακοί έχασαν την δουλειά τους σε διάφορα πανεπιστήμια της χώρας, η Λεβί ήταν η πρώτη και μοναδική μέχρι σήμερα καθηγήτρια του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου που απολύθηκε. Το ότι ήταν αλλοδαπή δεν ήταν τυχαίο, γιατί ως τέτοια ήταν πιο επισφαλής, καθώς μόνο οι Τούρκοι καθηγητές απολαμβάνουν το προνόμιο της μονιμότητας.

Στα καλέσματα πολλών συναδέλφων και φοιτητών για δυναμικές αντιδράσεις, καταλήψεις και απεργίες, επικράτησαν πιο ψύχραιμες φωνές με το επιχείρημα «να μην τους δώσουμε την αφορμή που ζητάνε για να καταλύσουν το πανεπιστήμιό μας και τη φιλελεύθερη παράδοσή του». Η πανεπιστημιακή κοινότητα περιορίστηκε σε συμβολικές εκδηλώσεις και κάποια κείμενα διαμαρτυρίας. Οι φοιτητές με ρωτούσαν για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα αναζητώντας ιστορικά προηγούμενα, ενώ συνάδελφοι μιλώντας τη «φωνή της λογικής» ειρωνεύονταν τον επαναστατικό οίστρο των φοιτητών υπό τον τρόμο της εισβολής τανκς στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου. Προφανώς, ο φόβος της προσωπικής και οικογενειακής στοχοποίησης καθοδηγούσε τις τελευταίες αντιδράσεις.

Ένα χρόνο μετά, και με αφορμή ένα επεισόδιο μεταξύ εθνικοφρόνων από τη μια μεριά και αριστερών και Κούρδων φοιτητών από την άλλη, η αντιτρομοκρατική υπηρεσία εισέβαλε τα χαράματα με όπλα σε φοιτητικές εστίες και σπίτια για να συλλάβει τους «τρομοκράτες, προδότες και κομμουνιστές» φοιτητές, όπως τους αποκάλεσε ο Ερντογάν. Είκοσι δύο φοιτητές συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στις φυλακές για τρεις περίπου μήνες. Τρεις φοιτητές μου ήταν ανάμεσά τους. Άλλοι δύο φοιτητές μου κρατήθηκαν για δώδεκα ώρες και ξυλοκοπήθηκαν μέσα σε κλούβες, ενώ δύο ήταν καταζητούμενοι και επικοινωνούσαν κρυφά μαζί μου για να πάρουν την διδακτική ύλη. Την περίοδο εκείνη, ασφαλίτες κυκλοφορούσαν στο πανεπιστήμιο και έμπαιναν στις αίθουσες διδασκαλίας. Μερικοί συνάδελφοι είχαν το θάρρος να τους εγκαλέσουν και να τους ζητήσουν να αποχωρήσουν.

Φίλοι και συνάδελφοι με συμβούλευαν το προφανές: να προσέχω. Οι εμπειρίες αυτές με δίδαξαν ότι από ένα σημείο και μετά το να προσέχεις σημαίνει είτε να ξεπλένεις την καταστολή είτε να συμμετέχεις άμεσα σε αυτή. Το να κοιτάς τη δουλειά σου μέσα σε αυτές τις συνθήκες ως πανεπιστημιακός δεν σε απαλλάσσει από το να πάρεις θέση. Θα βρεθεί μια στιγμή που θα πρέπει να διαλέξεις πλευρά. Και η στιγμή αυτή θα έρθει και θα σε βρει, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ έχεις «προσέξει».

Την ίδια περίοδο, ο φοιτητικός όμιλος ιστορικής έρευνας διοργάνωνε μια συζήτηση για την οποία το πανεπιστήμιο αρνήθηκε να παραχωρήσει αίθουσα. Οι φοιτητές διαμαρτυρήθηκαν ισχυριζόμενοι ότι ο λόγος ήταν οι πολιτικές πεποιθήσεις του προσκεκλημένου ομιλητή. Προκλήθηκε σάλος και τότε η αντιπρύτανης φοιτητικών υποθέσεων κάλεσε σε συνάντηση όλους τους φοιτητικούς ομίλους και τους υπεύθυνους καθηγητές τους. Στη συνάντηση αυτή, στην οποία συμμετείχα ως υπεύθυνος καθηγητής του ομίλου ιστορικής έρευνας, εξηγήθηκε στους φοιτητές ότι ο ρόλος των υπεύθυνων καθηγητών των ομίλων δεν είναι διακοσμητικός, και ότι θα πρέπει να τους συμβουλεύονται και να συνδιαμορφώνουν μαζί τους τις εκδηλώσεις τους. Ακολούθως, σε ιδιωτική συζήτηση, συνάδελφοι με ενημέρωσαν ότι «ειδικά εγώ» θα έπρεπε να είμαι προσεκτικός και ότι ακροαριστεροί φοιτητές είχαν καταφέρει να ελέγξουν και να πολιτικοποιήσουν τον όμιλο. Με παρότρυναν να προτείνω στους φοιτητές να ακούγεται και η αντίθετη άποψη και να αποφεύγονται τα πολιτικοποιημένα θέματα. Όταν απάντησα ότι η ίδια η ιστορία είναι πολιτικοποιημένη και ότι δεν έχουν την ίδια βαρύτητα όλες οι απόψεις, η αντιπρότασή τους ήταν να εισηγηθώ στον όμιλο μαθήματα παλαιογραφίας.

Όσο κατανοητές και ανθρώπινες και αν είναι, οι χλιαρές αντιδράσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας στα πιο πάνω περιστατικά δεν ήταν χωρίς κόστος για τη φιλελεύθερη παράδοση του πανεπιστημίου, την οποία διακήρυττε ότι υπερασπιζόταν. Το 2017, εξωπανεπιστημιακοί εθνικιστές-ισλαμιστές μπήκαν στο πανεπιστήμιο, επιτέθηκαν με μαχαίρι σε φοιτήτριες που είχαν στήσει πάγκο για τη μέρα της γυναίκας και βγήκαν ανενόχλητοι, με την ανοχή ιδιωτικής εταιρίας υπηρεσιών ασφάλειας που έλεγχε όλους τους εισερχόμενους/εξερχόμενους. Το 2018, συνάδελφος καθηγήτρια συνελήφθη από την αστυνομία χαράματα, κατηγορούμενη ως ηθική αυτουργός των γεγονότων του Γκεζί το 2013. Πιο πρόσφατα, καθηγήτρια του πανεπιστημίου προέβη σε ομοφοβικά σχόλια στο Τουίτερ. Και αυτά είναι μόνο μερικά παραδείγματα.

Το συνειδητό ή μη ξέπλυμα της κρατικής καταστολής στο όνομα της προστασίας του πανεπιστημίου δεν αφορά μόνο τα δημόσια πανεπιστήμια. Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κοτς, του μεγαλύτερου ιδιωτικού πανεπιστημίου στη χώρα, περηφανεύθηκε για το ότι το πανεπιστήμιό του συνέχιζε να προσελκύει καθηγητές διεθνούς κύρους παρά την κρατική λογοκρισία.1 Δεδομένης της τρέχουσας συζήτησης για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια στην Ελλάδα, καλό είναι να θυμόμαστε και τις πολιτικές συνδηλώσεις της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Η συνολική μου εμπειρία στην Τουρκία με δίδαξε ένα πράγμα: Οι πανεπιστημιακοί δεν μπορούν να κλειστούν στο γραφείο τους και να κάνουν απλά τη δουλειά τους. Δεν χρειάζεται κάποιος να είναι ήρωας ή μάρτυρας για να πάρει θέση. Ως ελληνοκύπριος που ζούσε και εργαζόταν στην Τουρκία δεν είχα καμία διάθεση να γίνω κανένα από τα δύο. Βρίσκονται όμως πολλές, αναπάντεχες στιγμές που καλείσαι επιτακτικά να επιλέξεις πλευρά. Αυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα υπήρχαν ανέκαθεν, και η προσωπική στοχοποίηση είναι το μεγαλύτερο όπλο της κρατικής τρομοκρατίας. Επειδή όμως σε όλα τα ιστορικά παραδείγματα κάποιοι αντιστάθηκαν ενώ άλλοι συνεργάστηκαν, οι προσωπικές επιλογές είναι πεπερασμένες: είτε θα ενσαρκώσεις την κοινοτοπία του κακού, είτε θα ορίσεις και θα κάνεις τη δουλειά σου με οδηγό την πολιτική σου συνείδηση και με ασπίδα τη συλλογική αλληλεγγύη. Όσο κατανοητός κι αν είναι ο φόβος της προσωπικής στοχοποίησης, το ερώτημα είναι με ποιους τρόπους στεκόμαστε αλληλέγγυοι με τους πιο ευάλωτους φοιτητές και συναδέλφους.

Όλα τα παραπάνω γεγονότα θα είχαν άλλη κατάληξη αν η πανεπιστημιακή κοινότητα αξιοποιούσε την ακαδημαϊκή ελευθερία διαφορετικά, με συλλογικές και συγκροτημένες δράσεις που θα εκτείνονταν πέρα από το επίπεδο της εκφοράς κάποιου αφηρημένου λόγου διαμαρτυρίας. Η χλιαρή αντίδραση απέναντι στην κρατική επίθεση άφησε εκτεθειμένους πρώτα τους πιο επισφαλείς φοιτητές και συναδέλφους, και μετά το ίδιο το πανεπιστήμιο ως συλλογικότητα. Για να επιστρέψω στην αρχή του κειμένου, το πόσο μακριά από εμάς είναι όλα αυτά, και η διερώτηση για τον ρόλο και τη στάση της πανεπιστημιακής κοινότητας απέναντι στην επίθεση που δέχεται το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα σήμερα από μια κυβέρνηση η οποία δεν έχει κανένα ενδοιασμό να δείξει το αυταρχικό της πρόσωπο (για παράδειγμα, κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου· αστυνομική βία στην ΑΣΟΕΕ τον Νοέμβριο του 2019), εξαρτώνται από τις ατομικές και συλλογικές πολιτικές αποτιμήσεις όλων μας. Στο μυαλό έρχονται τα λόγια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: «Στο τέλος, δεν είναι τα λόγια των εχθρών μας που θα θυμόμαστε αλλά τη σιωπή των φίλων μας» τη στιγμή εκείνη που χρειαστήκαμε την αλληλεγγύη τους.

Υποσημειώσεις

* Ταπεινά, αφιερώνω το κείμενο στις φοιτήτριες και στους φοιτητές του Πανεπιστημίου του Βοσπόρου που πλήρωσαν το τίμημα για την πολιτική τους στάση. *

Βιογραφικό

Ο Αντώνης Χατζηκυριάκου είναι ιστορικός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έχει εργαστεί και διδάξει στα Πανεπιστήμια Stanford, Princeton, Boğaziçi (Βοσπόρου), Κρήτης, Κύπρου και στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών/Ι.Τ.Ε. Διδάσκει Οθωμανική και Τουρκική Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στην έρευνά του χρησιμοποιεί τα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών για να διερευνήσει τις χωρικές διαστάσεις των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών στην Οθωμανική Μεσόγειο των πρώιμων νεότερων χρόνων.

Bio

Antonis Hadjikyriacou is a historian of the Ottoman world. He has worked and taught at Stanford University, Princeton University, Boğaziçi University, the Universities of Crete and Cyprus, and the Institute for Mediterranean Studies. He is currently teaching Ottoman and Turkish history at Panteion University, Athens, and his research employs Geographic Information Systems to enquire into the spatial dimensions of economic, social and cultural processes in the early modern Mediterranean.