Το χρονικό μιας «προσβλητικής» δημοσίευσης

Το χρονικό μιας «προσβλητικής» δημοσίευσης

Η εκδοτική ομάδα

προλεγόμενα

τεύχος 1

Αναζητώντας πλατφόρμα φιλοξενίας για το περιοδικό μας, στις 31 Οκτωβρίου 2016, μέλη της Συντακτικής Επιτροπής απευθυνθήκαμε στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ). Υπήρχαν διάφοροι λόγοι για τους οποίους προκρίναμε το ΕΚΤ: η πλατφόρμα του θα μας πρόσφερε πρόσβαση σε μια ενιαία υποδομή διαχείρισης περιοδικών, προβολή του περιοδικού σε πλατφόρμα εθνικής εμβέλειας και θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα της ύλης στη ρευστή ψηφιακή συνθήκη (μέσω DOI, indexing). Επίσης, μας βρήκε σύμφωνες η πολιτική του φορέα για τη δωρεάν και ανοικτή πρόσβαση. Τέλος, αφού το περιοδικό δεν έχει σταθερή πηγή χρηματοδότησης, αποφασίσαμε να διεκδικήσουμε αυτήν την ελάχιστη στήριξη του εκδοτικού μας εγχειρήματος.

Μετά από γραπτή συνεννόηση με το ΕΚΤ, τόσο ως προς τη θεματολογία του υπό έκδοση περιοδικού μας όσο και ως προς τεχνικά ζητήματα χρήσης της πλατφόρμας του Κέντρου, προχωρήσαμε στο στήσιμο του περιοδικού στην ηλεκτρονική πλατφόρμα. Στις 2 Δεκεμβρίου 2016 εκπρόσωποι της Συντακτικής Επιτροπής επισκεφτήκαμε τα γραφεία του ΕΚΤ στην Αθήνα για μία ενημερωτική συνάντηση και στη συνέχεια, στις 2 Ιανουαρίου 2017, υπεγράφη μεταξύ του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης/ΕΙΕ και της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού το Πλαίσιο Συνεργασίας για την ανάπτυξη ηλεκτρονικών επιστημονικών εκδόσεων (κωδικός 2017_ΕΚΤ_ΠΣ01). Σύμφωνα με το ως άνω Πλαίσιο Συνεργασίας, αποκλειστικά υπεύθυνη για το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού περιοδικού ήταν η Συντακτική Επιτροπή και καμία αναφορά δεν γινόταν σε έγκριση του προς ανάρτηση περιεχομένου από το ΕΚΤ.

Τον Μάρτιο του 2017 και ενώ συνεχίζαμε την προετοιμασία του περιοδικού, προχωρήσαμε σε συζητήσεις σχετικά με ειδικές τεχνικές προδιαγραφές χρήσης της πλατφόρμας του ΕΚΤ και ειδικότερα σχετικά με τη δυνατότητα ένταξης βίντεο σε αυτήν. Προκειμένου να ελέγξουμε τις τεχνικές και μόνο δυνατότητες της πλατφόρμας, αποστείλαμε στο ΕΚΤ ένα βίντεο από το πρώτο τεύχος του περιοδικού. Το βίντεο αυτό αφορούσε δράσεις του αθηναϊκού μουσείου κουίρ τεχνών. Στις 20 Μαρτίου 2017 λάβαμε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απάντηση του ΕΚΤ που μας ενημέρωνε εντελώς αόριστα ότι το βίντεο «έχει περιεχόμενο που δεν μπορεί να δημοσιευθεί στην πλατφόρμα γιατί θα προκαλέσει αντιδράσεις εντός φορέα»! Θορυβημένες από την εξέλιξη αυτή, στις 10 Απριλίου 2017, υποβάλαμε έγγραφο αίτημα προς το ΕΚΤ ζητώντας επίσημη ενημέρωση για τους όρους και τις προϋποθέσεις των διαδικτυακών δημοσιεύσεων, το (θεσμικό) όργανο και τη διαδικασία σύμφωνα με την οποία ελήφθη μια τέτοια απόφαση.

Μόλις στις 14 Ιουλίου, τρεις και πλέον μήνες μετά την υποβολή του αιτήματός μας, λάβαμε την απάντηση (με ηλεκτρονική αλληλογραφία και πάλι, χωρίς επίσημο λογότυπο του φορέα) ότι οι όροι χρήσης της υπηρεσίας «ενημερώθηκαν» σχετικά και ότι, με βάση τους νέους αυτούς όρους, το βίντεο που είχαμε στείλει στο ΕΚΤ θεωρήθηκε «προσβλητικό». Σε απάντηση αυτού του μηνύματος, με το οποίο μας γνωστοποιήθηκε κατ’ ουσία η δραστική και μονομερής τροποποίηση των όρων της συνεργασίας μας με το ΕΚΤ, στις 27 Οκτωβρίου, στείλαμε την παρακάτω επιστολή στο ΕΚΤ, αποσύροντας το περιοδικό μας από την πλατφόρμα του Κέντρου, καθώς υπό τα νέα δεδομένα δεν ήταν δυνατή η υλοποίηση του Πλαισίου Συνεργασίας, όπως αυτό είχε συμφωνηθεί και συνυπογραφεί στις 02-01-2017 από το ΕΚΤ και τη Συντακτική Επιτροπή. Η επιστολή μας της 27 Οκτωβρίου 2017 είχε ως εξής:

Σε συνέχεια της ηλεκτρονικής απάντησής σας (μέιλ 24/7/2017) προς τη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού Φεμινιστικά, θα θέλαμε να σας κοινοποιήσουμε την απόφαση της Συντακτικής Επιτροπής και του εκδότη φορέα ΚΓΜΕ «Διοτίμα» να αποσύρουμε από την πλατφόρμα του ΕΚΤ το περιοδικό, και κατά συνέπεια να μην τεθεί σε ισχύ το Πλαίσιο Συνεργασίας που έχουμε υπογράψει με το ΕΚΤ.

Ως Συντακτική Επιτροπή, είμαστε αντίθετες με τους όρους που θέσατε για τη δημοσίευση συγκεκριμένου βίντεο, αλλά και με τη γενικότερη πολιτική που αυτοί οι όροι προμηνύουν. Αντιβαίνοντας κάθε επιστημονική διαδικασία αξιολόγησης και παραγωγής κριτικού λόγου, μια υποτιθέμενα «ανοικτή» πλατφόρμα, «στηριζόμενη από όλες και όλους τις/τους φορολογούμενες/ους της Ελλάδας» (όπως μας είχατε υπενθυμίσει σε μια προφορική επικοινωνία), αντί να «φιλοξενεί περιεχόμενο» προβαίνει σε ερμηνείες και κρίσεις αποφασίζοντας ερήμην των διαδικασιών ομότιμης αξιολόγησης, των κριτικών απόψεων των επιστημονικών και συμβουλευτικών επιτροπών, καθώς και της συντακτικής ομάδας.

Θα θέλαμε επίσης να επισημάνουμε ότι μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ότι το ΕΚΤ, με αφορμή την «αμηχανία» που προκάλεσε το συγκεκριμένο βίντεο, αναγκάστηκε να κατασκευάσει εκ των υστέρων «όρους χρήσης», ώστε να νομιμοποιήσει το δικαίωμα της «πλατφόρμας» να λογοκρίνει και να περιορίζει τη διακίνηση ιδεών στη δημόσια σφαίρα με βάση συγκεκριμένες, πολιτισμικές –όχι φυσικές ή δεδομένες, βέβαια– ιδέες για το τι είναι «πρέπον». Μάλιστα, αντί να διεκδικεί τη συζήτηση, μαζί με τις διαφωνίες, που θεωρούμε βασικό στοιχείο μιας δημοκρατικής δημόσιας σφαίρας –αλλά εντέλει και το λόγο ύπαρξης περιοδικών– η πλατφόρμα απαιτεί την a priori συναίνεση και «ησυχία». Αντί να υπερασπίζεται και να προάγει την αρχή της πολυφωνίας, θεωρεί ότι κάθε αρθρογράφος σε ένα περιοδικό πρέπει να έχει υπογράψει «σύμφωνο» μαζί της! Αυτές οι πρακτικές και η κάλυψή τους πίσω από έναν τεχνοκρατικό λόγο περί «εύρυθμης λειτουργίας της πλατφόρμας» βρίσκονται πολύ μακριά από ένα «πνεύμα συνεργασίας».

Συμπερασματικά, θεωρούμε ότι η Συντακτική Επιτροπή έχει υποστεί διάκριση ως προς την ισότιμη πρόσβασή της σε δημόσια αγαθά και υπηρεσίες, όπως ένα δημόσιο βήμα που παρέχεται μέσω του ΕΚΤ, καθώς είμαστε κι εμείς «φορολογούμενες», ακριβώς λόγω –ειρωνικά– των πρακτικών εξαίρεσης, στιγματισμού, σεξισμού και ρατσισμού που το ίδιο το περιοδικό έχει στόχο να αναδείξει.

Τέλος, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι για λόγους πολιτικής ευαισθησίας σκοπεύουμε να δημοσιοποιήσουμε την παρούσα επιστολή στο πρώτο τεύχος του περιοδικού μας και να υποβάλουμε το θέμα αυτό στη βάσανο του δημόσιου διαλόγου.

Η Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού

Η επιστολή μας παραμένει έως σήμερα αναπάντητη από το ΕΚΤ.

Με αφορμή το συγκεκριμένο «συμβάν», δεν μπορούμε παρά να αναλογιστούμε τη μακρά γενεαλογία στιγματισμού του φεμινιστικού, κουίρ, αντισεξιστικού και αντιομοφοβικού/αντιτρανσφοβικού λόγου μέσω της στρατηγικής και κανονιστικής επίκλησης της «προσβολής» ή και «διατάραξης» των προδιαγραφών του δημόσιου λόγου (ενίοτε και των «χρηστών ηθών»). Πρόκειται για πρακτικές οριοθέτησης και προληπτικής κανονικοποίησης του δημόσιου λόγου, μέσω των οποίων περιορίζεται η δυνατότητα της κριτικής. Διόλου τυχαία, αυτές οι πρακτικές προάγουν έναν δημόσιο λόγο που συγκαλύπτει και αναπαράγει φυσικοποιημένες έμφυλες και σεξουαλικές νόρμες και προκαταλήψεις. Ταυτόχρονα, αυτές οι πρακτικές καθιστούν επιτακτική την κριτική προσέγγιση της διαδικασίας μέσω της οποίας ορίζεται εδώ το «προσβλητικό»: γιατί άραγε η δημοσίευση ενός αντιομοφοβικού βίντεο είναι αυτοδίκαια προσβλητική και δεν είναι προσβλητική η μη δημοσίευσή του; Ποια υποκείμενα λογίζονται εδώ ως «προσβεβλημένα» ή δυνάμει θιγόμενα; Δεν είναι πράγματι προσβλητικό ότι περι-ορίζεται το πεδίο κριτικής του ετεροκανονικού μονο-λόγου; Πώς οι έμφυλες κατηγορίες ορίζουν το «επιτρεπτό» στο δημόσιο λόγο και πώς λειτουργούν για να τον απαλλάξουν από ενδεχόμενες κριτικές τριβές και αναταραχές;

Απαντώντας στην κοινοτοπία της συστολής του μη-ετεροκανονικού, διεκδικούμε και επιτελούμε δημόσια παρουσία και κριτική δημοσιότητα.