Κρίση των λόγων για την ισότητα, πολιτικές της ανισότητας: σχόλιο για τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της εργαλειακής επίκλησης στην έμφυλη ισότητα. Το παράδειγμα της Γαλλίας.

Κρίση των λόγων για την ισότητα, πολιτικές της ανισότητας: σχόλιο για τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της εργαλειακής επίκλησης στην έμφυλη ισότητα. Το παράδειγμα της Γαλλίας.

Αλίκη Κοσυφολόγου, Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

τεύχος 1            κατεβάστε το pdf

Περίληψη: Με εφαλτήριο το παράδειγμα της Γαλλίας το κείμενο προσεγγίζει το θέμα της εργαλειακής επίκλησης της ισότητας και ειδικότερα της έμφυλης ισότητας για την απόδοση ηθικής-ιδεολογικής νομιμοποίησης σε πολιτικές που την υπονομεύουν στην πράξη. Λαμβάνοντας υπόψη τις σύνθετες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν το περιβάλλον της σημερινής Ευρώπης, καθώς και τις κοινωνικές συνέπειες της αποτρεπτικής/«κλειστού τύπου» πολιτικής που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Ένωση για το προσφυγικό ζήτημα, το κείμενο αναζητά αναλογίες στις διαδικασίες συντηρητικού μετασχηματισμού και αυστηροποίησης των θεσμών που ρυθμίζουν μεταναστευτικά και προσφυγικά ζητήματα και ιδιαίτερα σε σχέση με τις έμφυλες όψεις τους.

*Το γαλλικό νουάρ μυθιστόρημα των δεκαετιών του εβδομήντα και του ογδόντα, στον απόηχο του Μάη του ’68 και του αντιαποικιακού κινήματος, περιγράφει με γλαφυρό και απολαυστικό τρόπο τη μετααποικιακή γαλλική κοινωνία, αναδεικνύοντας τα πολλαπλά επίπεδα των κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται, από τη σκοπιά της φυλής, του φύλου, της κοινωνικής τάξης και της ηλικίας. Ακολουθώντας το νήμα αυτό, το σύγχρονο roman στρέφει εκ νέου το βλέμμα στη μετασχηματιζόμενη κοινότητα καθώς και στη συλλογική εμπειρία της τελευταίας περιόδου κοινωνικής κρίσης στη Γαλλία –η κλιμάκωση του φυλετικού ρατσισμού, η ανάδυση ενός αυστηρού επιτηρητικού δυτικού βλέμματος, η μη ανεκτικότητα, η κρίση των μορφών θεσμικής ισότητας μεταξύ άλλων δομούν αυτή την εμπειρία. Εξάλλου, σαν ένα τυπικό roman γεμάτο σασπένς, εκτυλίσσεται η κοινωνική, ηθική και ιδεολογική κρίση στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, με συμβολικό εφαλτήριο της τη «μητρόπολη της ευρωπαϊκής δύσης» Γαλλία.

Την περίοδο 2002-2003 το γαλλικό κράτος –επί προεδρίας Ζακ Σιράκ– ανακίνησε το ζήτημα της πολυγαμίας, αυστηροποιώντας τις ποινές για εκείνους που ήταν πολύγαμοι σε γαλλικό έδαφος. Ειδικότερα, η παραβίαση του νόμου της πολυγαμίας συνδέθηκε με την άρνηση ή την αποστέρηση της άδειας παραμονής και κατά συνέπεια τη στέρηση της άδειας εργασίας (*το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και εργασίας στη Γαλλία είναι ανταποδοτικό)1. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για μια αναβάθμιση του νόμου Pasqua του 1993, ο οποίος ρύθμιζε μέχρι τότε τέτοια ζητήματα. 2

Η μεταρρύθμιση αυτή συνοδεύτηκε από λόγους για την υπεράσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων των γυναικών των πολύγαμων και παρουσιάστηκε σαν θεσμική αντιμετώπιση της πολυγαμίας ως μορφής βίας σε βάρος των γυναικών. Ωστόσο, η υλοποίηση της, δεν συνδυάστηκε με την εκπόνηση κάποιας ευρείας κλίμακας πολιτικής για την ενδυνάμωση των γυναικών –αραβικής και αφρικανικής καταγωγής στην πλειονότητα τους– οι οποίες συμμετείχαν με ή χωρίς τη θέληση τους σε τέτοιες μορφές ενδογαμιαίας συμβίωσης, με στόχο την εξάλειψη των μορφών κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνουν από την εργασία, την εκπαίδευση και τις υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης και την ενίσχυση της ισότιμης θέσης τους στην κοινωνία.

Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια ένας μεγάλος αριθμός γυναικών –ιδίως εκείνων που είχαν τη θέση των «δεύτερων» ή «τρίτων» συζύγων– να απωλέσουν την άδεια εργασίας ή ακόμη και την άδεια παραμονής τους, αρκετές δε, να βρεθούν «άστεγες» εξαιτίας της διαδικασίας της λεγόμενης décohabitation (*θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά ως «λύση της συγκατοίκησης»), την οποία όφειλαν να ακολουθήσουν. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη σχετική βιβλιογραφία-αρθρογραφία για την περίοδο, αρκετές από τις γυναίκες βρίσκονταν αντιμέτωπες με το δίλημμα του διαζυγίου ή της απώλειας της άδειας παραμονής τους.3 Έτσι λοιπόν, όχι μόνο ο νόμος αυτός δεν συνέβαλε στη βελτίωση της κοινωνικής θέσης των γυναικών μεταναστριών στη Γαλλία αλλά αντίθετα λειτούργησε ως μια ακόμη μορφή βίας σε βάρος τους, θεσμικής αυτή τη φορά. Την ίδια στιγμή, το γαλλικό ασφαλιστικό σύστημα πετύχαινε σημαντικά πλεονάσματα καθώς ένα μεγάλο ποσοστό μέχρι πρότινος δικαιούχων ληπτών και ληπτριών –εν προκειμένω κυρίως ληπτριών– υπηρεσιών κοινωνικής ασφάλισης εξαφανίζονταν από τα μητρώα των δημόσιων ασφαλιστικών ταμείων. Έτσι, τόσο ο στόχος των περικοπών για τις δημόσιες δαπάνες είχε επιτευχθεί, ενώ ταυτόχρονα οι φορείς της εξασφάλιζαν για αυτή τη νεοεισαχθείσα νεοφιλελεύθερη πολιτική, την ηθική-ιδεολογική της νομιμοποίηση.

Η εργαλειακή επίκληση της ισότητας έχει αποτελέσει την περίοδο των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων μεταξύ άλλων, ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο επιμέρους νεοφιλελεύθερων στρατηγικών στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, με απώτερο στόχο τη στενότερη ρύθμιση των κοινωνικών σχέσεων. Ειδικότερα, το παράδειγμα της Γαλλίας αναδεικνύεται ως εμβληματικό, αφού η θεσμική υπεράσπιση του κοσμικού χαρακτήρα του γαλλικού κράτους μέσω της απαγόρευσης της ορατότητας των θρησκευτικών συμβόλων και ειδικότερα της απαγόρευσης της ορατότητας της νιχάμπ/μαντίλας –όπου, όταν κι αν εφαρμόζεται– έχει ως συνέπεια τον μεγαλύτερο κοινωνικό αποκλεισμό ορισμένων κατηγοριών γυναικών στη Γαλλία. Επιπλέον, η μέχρι σήμερα ανεπίλυτη ηθική, ιδεολογική και πολιτική διαμάχη για τα θρησκευτικά σύμβολα στη Γαλλία, αναδεικνύει τη γαλλική κοινωνία ως ένα συμβολικό πεδίο κρίσης, διακύβευσης και δοκιμής των ευρωπαϊκών αξιών. Η σημαντική αύξηση της κοινωνικής επιρροής του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου, υπό την αρχηγία της Μαρίν Λεπέν, αντανακλά μεταξύ άλλων την κοινωνική διάσταση αυτής της κρίσης.

Μέσα από το πρίσμα αυτό, στο παράλογο τοπίο που διαμόρφωσε η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τουρκίας τον περασμένο Μάρτιο (12/3/2016), η αδυναμία της Γαλλίας να δεχτεί περισσότερους από 200 αιτούντες ασύλου –ενώ πρόκειται για μια χώρα με μακρά παράδοση στην απόδοση πολιτικού ασύλου– αποτελεί ακόμη μία πλευρά αυτής της κρίσης, εκφρασμένης στο επίπεδο της άσκησης πολιτικής για το προσφυγικό. Και εκείνη με τη σειρά της επιφέρει αυτοτελώς κοινωνικές συνέπειες.

Και προφανώς, σε ό,τι αφορά την πολιτική για το προσφυγικό ζήτημα τα θέματα αυτά δεν περιορίζονται στη Γαλλία, ούτε εν προκειμένω έχουν τις αφετηρίες τους αποκλειστικά εκεί. Οι κοινωνικές και θεσμικές διακρίσεις που παράγονται όμως, έχουν κοινές καταβολές, κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο και είναι «ντυμένες» με το ίδιο ρητορικό περίβλημα. Ειδικότερα, αν επιχειρήσουμε να φωτίσουμε τις έμφυλες όψεις των συνεπειών της πολιτικής της ευρωπαϊκής ένωσης για το προσφυγικό –μεταξύ των οποίων διακρίνουμε τη λειτουργία δικτύων εμπορίας ανθρώπων, εξαναγκαστικής εργασίας και πορνείας γυναικών και παιδιών, τις μορφές έμφυλης βίας που ασκούνται στα camps αλλά και καθαυτή την εκδοχή «διαχείρισης πληθυσμών» που συμβαίνει εντός τους– μπορούμε εύκολα να εντοπίσουμε και να κατανοήσουμε αυτές τις ομοιότητες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι θεμιτό να ειπωθεί –τηρουμένων των αναλογιών– ότι η λειτουργία των camps-κέντρων υποδοχής προσφύγων εκτός των αστικών ιστών των ευρωπαϊκών πρωτευουσών αποτελεί μια αναβάθμιση των στρατηγικών για την απομείωση ή και εξαφάνιση της ορατότητας κοινωνικών κατηγοριών (από τις γυναίκες που φέρουν νιχάμπ μέχρι ολόκληρες κοινότητες σήμερα). Ταυτόχρονα, αποτελεί ένα είδος μετατόπισης από το πατερναλιστικό κράτος που αξίωνε να «φροντίζει» για την έμφυλη χειραφέτηση και την ισότητα –σαν να πρόκειται για μια διαδικασία επιβαλλομένη εκ των άνω, για μια ατομική υπόθεση, απολύτως ανεξάρτητη από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες– στο «ελάχιστο κράτος», το οποίο αρνείται να παρέχει στοιχειώδη προστασία σε ζωές που απειλούνται, όπως εκείνες των προσφύγων. Και είναι ενδιαφέρον ότι αυτές οι μορφές στοχοποίησης της ετερότητας και «προστασίας» του δυτικού βλέμματος από τη θέαση της, υλοποιούνται στο όνομα της ισότητας και της ελευθερίας.

Βεβαίως, οι εξελίξεις αυτές δεν λαμβάνουν χώρα σε ένα κενό έδαφος, συναντούν συλλογικές αντιστάσεις, μέσα από τις τοπικές ή ευρύτερες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, τις αυτοδιαχειριζόμενες δομές στέγης που συγκροτούν εναλλακτικά παραδείγματα απέναντι στην κεντρικά σχεδιαζόμενη πολιτική για τη στέγη των προσφύγων, καθώς και με τις φεμινιστικές πρωτοβουλίες και ακτιβίστικες δράσεις μέσα από τις οποίες αναδεικνύονται οι πολλαπλές διαστάσεις της έμφυλης ανισότητας στην Ευρώπη και αλλού. Από αυτή τη σκοπιά, η ετερότητα δεν αντιμετωπίζεται ως απειλή, αλλά ως πηγή κοινωνικού, ηθικού και πολιτιστικού πλούτου, ενώ οι κοινότητες που διαμορφώνονται συνέχονται με τους δεσμούς της αλληλεγγύης και της συντροφικότητας.

Υποσημειώσεις

1 Σημειώνεται ότι πρόκειται για την ίδια χρονική περίοδο κατά την οποία η γαλλική κυβέρνηση εισήγαγε την απαγόρευση της εμφάνισης θρησκευτικών συμβόλων στους δημόσιους χώρους, στους χώρους εκπαίδευσης, στα νοσοκομεία καθώς και στις υπηρεσίες της δημόσιας διοίκησης στη Γαλλία.

2 Πρόκειται για έναν σύνθετο νόμο που αποδίδει τη γαλλική ιθαγένεια σε παιδιά μεταναστών/στριών κατόχων άδειας παραμονής τα οποία έχουν γεννηθεί στη Γαλλία, εάν και εφόσον προβούν σε μια οικειοθελή δήλωση για την απόκτηση της σε ένα διάστημα από τα 16 έτη μέχρι το 21ο έτος της ηλικίας τους. Ο νόμος αυτός επίσης ορίζει τις προϋποθέσεις για την οικογενειακή επανένωση καθώς και για τη νομιμότητα του γάμου που έχει συναφθεί σε έδαφος πέραν του γαλλικού. Δείτε εδώ σχετικό ρεπορτάζ.

3 Bissuel Β., (2002, 9 Φεβρουαρίου), Divorcer ou vivre sans papiers: le dilemme des femmes de polygames, Le Monde, σελ. 39.

Bιογραφικό

Η Αλίκη Κοσυφολόγου είναι διδάκτορας πολιτικής επιστήμης. Έχει ολοκληρώσει τη διδακτορική της διατριβή στον Τομέα Κοινωνικής Θεωρίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολείται με θέματα φύλου, φυλής, σεξουαλικότητας καθώς και με το αντικείμενο των πολιτισμικών σπουδών. Αρθρογραφεί στον τύπο και σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα.

Email: kosyfologou@gmail.com